<?xml version='1.0' encoding='UTF-8'?><?xml-stylesheet href="http://www.blogger.com/styles/atom.css" type="text/css"?><feed xmlns='http://www.w3.org/2005/Atom' xmlns:openSearch='http://a9.com/-/spec/opensearchrss/1.0/' xmlns:georss='http://www.georss.org/georss' xmlns:gd='http://schemas.google.com/g/2005' xmlns:thr='http://purl.org/syndication/thread/1.0'><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697</id><updated>2011-12-05T15:25:00.416+02:00</updated><title type='text'>maelstrom</title><subtitle type='html'></subtitle><link rel='http://schemas.google.com/g/2005#feed' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/posts/default'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default?max-results=100'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/'/><link rel='hub' href='http://pubsubhubbub.appspot.com/'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><generator version='7.00' uri='http://www.blogger.com'>Blogger</generator><openSearch:totalResults>66</openSearch:totalResults><openSearch:startIndex>1</openSearch:startIndex><openSearch:itemsPerPage>100</openSearch:itemsPerPage><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-1495471459606754118</id><published>2011-03-18T19:20:00.000+02:00</published><updated>2011-03-18T19:20:56.623+02:00</updated><title type='text'>Μετακόμιση</title><content type='html'>Το παρόν blog πιθανόν ολοκλήρωσε τον κύκλο του. Θα τα λέμε στο &lt;a href="http://gomolastixa.blogspot.com"&gt;Ιστολόγιο της Λέσχης Δημιουργικής Γραφής ΓΟΜΟΛΑΣΤΙΧΑ&lt;/a&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αστα λα βίστα.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-1495471459606754118?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1495471459606754118'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1495471459606754118'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2011/03/blog-post.html' title='Μετακόμιση'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-8496852216184409758</id><published>2011-02-28T11:38:00.000+02:00</published><updated>2011-02-28T11:39:38.705+02:00</updated><title type='text'>Δύο γυναίκες</title><content type='html'>Η ευκαιρία της είχε παρουσιαστεί με τα μανταλάκια. Δεν το έκανε επίτηδες. Έσκυβε στο μπαλκόνι της να μαζέψει τα απλωμένα, την έπιανε ζαλάδα, της έπεφταν ένα δυο μανταλάκια απ΄τα χέρια, προσγειώνονταν στο μπαλκόνι της νοικάρισσας του ισογείου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν τότε, μετά την αποβολή της, που ένιωθε πως πάταγε και δεν πάταγε στη γη. Που καμιά φορά έχανε τον κόσμο. Δεν πειράζει, της έλεγαν γνωστοί και φίλοι, έχετε όλον τον καιρό μπροστά σας, μα ούτε χρόνο παντρεμένοι δεν κλείσατε καλά καλά. Εκείνος την είχε προσέξει πολύ, της είχε σταθεί. Του ήταν ευγνώμων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ήρθαν οι ένοικοι του ισογείου, μια κοπέλα και ο φίλος της, ήταν ακόμα στο νοσοκομείο. Της το είπε η μητέρα της όταν γύρισε σπίτι. Η μητέρα της ήταν η ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας, νοίκιαζε τρία διαμερίσματα. Πρωτοείδε την καινούργια ενοικιάστρια κανα μήνα αργότερα, καθώς περίμενε το ασανσέρ. Αλληλοσυστήθηκαν. Χάρηκαν στη διαπίστωση ότι ήταν συνάδελφοι, καθηγήτριες αγγλικών. Αν και σίγουρα το ήξεραν και οι δύο από πριν, η μητέρα της δεν ήταν διόλου φειδωλή στα λόγια όσο αφορούσε στα οικογενειακά κατορθώματα. Ευχήθηκε στην κοπέλα καλή διαμονή. Κι εκείνη τη ρώτησε «Μήπως χάνεις τίποτα μανταλάκια τελευταία; Έχω κάνει συλλογή». Ναι, φυσικά, χαχα. Αδέξια, όχι αστεία. Μήπως ήθελε να πάει μισό λεπτό μέσα να της τα φέρει; Όχι, καλέ, μην τη βάζει τώρα σε κόπο. «Αφησέ τα στη σκάλα, αύριο, μεθαύριο, και θα τα πάρω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την ώρα που ανέβαινε στον όροφό της, αναρωτήθηκε γιατί δεν περίμενε την κοπέλα να της δώσει τα μανταλάκια επί τόπου. Γιατί την έπιασε ξαφνικά ταχυκαρδία, εκεί στο ξένο κατώφλι, τόσο που δεν μπορούσε να περιμένει ένα λεπτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε γυρίσει για τα καλά στην καθημερινότητά της. Τα πρωινά κοιμόταν μέχρι αργά. Η μητέρα της, που έμενε στον αποκάτω όροφο, εννοούσε να την αντιμετωπίζει σαν ανήμπορη. Της μιλούσε γλυκά, της μαγείρευε, της καθάριζε το σπίτι. Στην αρχή η κόρη είχε δυσανασχετήσει, αλλά τελικά αφέθηκε στην φροντίδα της. Τα απογεύματα πήγαινε στο φροντιστήριο να κάνει σε παιδάκια αγγλικά. Της έκανε καλό να βλέπει παιδιά, παρά τους αρχικούς της φόβους. Κατά περίεργο τρόπο βοηθούσαν να κλείσει η πληγή πιο εύκολα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα βράδια πήγαιναν με τον σύζυγό της βόλτα στη μαρίνα. Έτρωγαν καμία κρέπα ή χοτ ντογκ και συζητούσαν. Κατά τις έντεκα γυρνούσαν σπίτι. Περίμεναν το ασανσέρ μπροστά από την πόρτα των ενοίκων του ισογείου. Μια βραδιά άκουσαν από μέσα να σπάει κάτι βαρύ. Και μετά σιγή. «Μάλλον έσπασαν την τηλεόραση», είπε ο άντρας της και κούνησε το κεφάλι του με αποδοκιμασία. Δε ήταν η πρώτη φορά που άκουγε κάτι τέτοιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα μανταλάκια συνέχισαν να της πέφτουν από τα χέρια. Όμως δεν τα ξαναβρήκε αφημένα στη σκάλα για να τα πάρει. Δοκίμασε την τύχη της αφήνοντας να της πέσουν πετσετάκια κουζίνας και, μετά από έναν εύλογο δισταγμό, ένα δαντελένιο κυλοτάκι. Τα βρήκε όλα πλυμένα και σιδερωμένα σε μια σακούλα στα χέρια της μητέρας της «μου τα έφερε η νοικάρισσα του ισογείου, χθες που ήρθε για τα κοινόχρηστα, μα καλά, γιατί δε μου λες να σου μαζεύω εγώ την μπουγάδα, αν δεν αισθάνεσαι καλά;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι μερικές ευκαιρίες στη ζωή που απλώς τις χάνεις.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνέχισε να ξυπνάει αργά. Να βρίσκει το πρωινομεσημεριανό της έτοιμο. Αυγά ποσέ. Ομελέτα στραπατσάδα. Φέτες ψωμί με ταχινόμελο. Συνέχισε να πηγαίνει στο φροντιστήριο στις πέντε. Η ιδιοκτήτρια την έπιανε ιδιαιτέρως και της έλεγε ότι η αμοιβή της θα καθυστερούσε λίγο ακόμα γιατί οι-γονείς-δεν-εχουν-να-πληρώσουν-με-αυτή-την-κρίση-κι-εγώ-δεν-μπορώ-να-πιέζω-συνοικιακό-φροντιστήριο-είμαστε. Εκείνη έλεγε «τέλος πάντων». Τα παιδιά της έσπαγαν τα νεύρα. Στα διαλείμματα έπιανε κουβέντα με τη γαλλικού που ήταν η καλύτερή της φίλη. Καμιά φορά πήγαιναν για σουβλάκι μετά το μάθημα. Έπαιρνε τον σύζυγό της στο κινητό και τον ειδοποιούσε, για να ξέρει πως είναι με τη φίλη της και πως θα αργήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν περίμενε το ασανσέρ μπροστά από την εξώπορτα των ενοίκων του ισογείου, άκουγε από μέσα κούφια χτυπήματα, έβλεπε με τα μάτια της φαντασίας της τασάκια και παντόφλες να εκσφενδονίζονται στον τοίχο, συνοδεία κραυγών «στο διάολο μαλάκα σε σιχάθηκα», «άει γαμήσου καριόλα», «να πας να γαμηθείς εσύ». Την ώρα που ο θάλαμος την ανέβαζε ασφαλή στον όροφό της, άκουγε την εξώπορτα στο ισόγειο να κλείνει με κρότο, προφανώς ο άντρας έβγαινε έξω για να ηρεμήσει ή να πικάρει τη φιλενάδα του, όπως θέλουν να σκέφτονται οι γυναίκες, και εκείνη, πάντα ασφαλής, έτοιμη να μπει στο διαμέρισμά της, ένιωθε τα θεμέλια της πολυκατοικίας να τρέμουν, όπως το ηφαίστειο που είναι έτοιμο να ξεράσει λάβα, η άλλη στο ισόγειο έκλαιγε με λυγμούς και οι λυγμοί της προκαλούσαν σεισμικές δονήσεις. «Αυτοί εκεί κάτω μια μέρα θα σκοτωθούν» έλεγε στον άντρα της, όταν ξάπλωναν στο κρεβάτι τους, «σιγά μη σκοτωθούν, τώρα που ερχόμουν τους άκουγα να το κάνουν, ακόμα κι όταν βγάζουν τα μάτια τους πρέπει να το ξέρει όλη η πολυκατοικία». Εκείνη χαμογελούσε, όπως χαμογελούσε στα παιδιά όταν έκαναν κάποια αταξία. Και χωνόταν στην αγκαλιά του άντρα της για να την πάρει ο ύπνος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Υπνος-πρωινομεσημεριανό-φροντιστήριο-βόλτα-σουβλάκι-κρέπα-χοτ-ντογκ-οι-τσακωμοί-των-κάτω-ύπνος. Και όνειρα που βούλιαζαν σε κάτι υγρό και κολλώδες και ζωντανό, τόσο ζωντανό, που, μα την αλήθεια, πιο ζωντανά έκανε τα όνειρά της απ’ την πραγματικότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια μέρα, συνάντησε τη νοικάρισσα του ισογείου στην είσοδο της πολυκατοικίας. Είχαν περάσει μήνες, η άλλη είχε βαρύνει, είχε στρουμπουλέψει. «Ξέρεις», της είπε η νοικάρισσα κάπως μαγκωμένα, «δε θα μείνουμε για πολύ καιρό ακόμα στην πολυκατοικία. Είμαι έγκυος και θα χρειαστώ βοήθεια με το μωρό. Θα μετακομίσουμε αλλού, κάπου πιο κοντά στη μητέρα μου. Είμαστε λίγους μήνες εδώ, το ξέρω, ήταν όμως απρόοπτο». Μα τι λέτε τώρα. Αυτά τα πράγματα είναι πολύ ευχάριστα. Θα λυπηθούμε βέβαια που θα φύγετε, αλλά πάνω απ΄όλα το μωρό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια Κυριακή του Σεπτέμβρη οι ένοικοι του ισογείου έφυγαν. Είχαν έρθει οι μεταφορείς, τους έβγαζαν τα πράγματα από το παράθυρο, η μητέρα της γκρίνιαζε, ωραία πράγματα, να ρχονται και να φευγουν οι ένοικοι πατ κιουτ, και ποιος ξέρει τι ζημιές να κάνανε εκεί μέσα, κι όμως στην αρχή της είχαν γεμίσει το μάτι, πώς γελάστηκε έτσι αυτή. Τους έβλεπε στα σκαλιά να φεύγουν κι ακουγόταν από το πίσω τετράγωνο μια λατέρνα, σα να ‘ταν ελληνική ταινία του εξήντα, ο άντρας κρατούσε την κοπέλα από τον ώμο προστατευτικά, θα την παντρευόταν, θα κάνανε το μωράκι τους, θα βρίσκανε τον τρόπο να μονοιάσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περίμενε λιγάκι. Έπειτα κατέβηκε κάτω να ανοίξει το σπίτι, να αεριστεί, είχε ζητήσει απ΄τη μάνα της τα κλειδιά. Προς μεγάλη της απογοήτευση, ήταν απλά ένα άδειο σπίτι. Κανένα σημάδι ότι μέχρι πριν λίγες ώρες έμεναν άνθρωποι εκεί. Κανένα σημάδι στους τοίχους, χτυπούσαν με τον τρόπο τον μπάτσων, χωρίς να αφήνουν πληγές. Στο υπνοδωμάτιο στάθηκε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της ντουλάπας. Έμεινε να τον κοιτάζει ώρα πολλή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μετά άνοιξε επιτέλους τα παράθυρα διάπλατα. Έπρεπε οπωσδήποτε κάποια πράγματα να γίνουν μέχρι το επόμενο «ενοικιάζεται». Η λατέρνα ακουγόταν ακόμη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-8496852216184409758?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/8496852216184409758/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=8496852216184409758' title='2 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/8496852216184409758'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/8496852216184409758'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2011/02/blog-post.html' title='Δύο γυναίκες'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-1261703600371345765</id><published>2010-08-02T12:38:00.000+03:00</published><updated>2010-08-02T12:39:34.113+03:00</updated><title type='text'>Μικρή ιστορία του Φαρ Ουέστ</title><content type='html'>Τη νύχτα της 18ης Αυγούστου 1886 είχε πανσέληνο. Δεν θα ξεχνούσε πώς η αράχνη του τοίχου, λίγα εκατοστά από τη μύτη της, κινούνταν κάτω από μια δέσμη φωτός, γαλήνια, ολως αδιάφορη στα ουρλιαχτά, τους πυροβολισμούς, το εκκωφαντικό τρίξιμο του κρεβατιού, και πώς η καρδιά της λειασμένη άνοιξε να χωρέσει πιο ανώδυνα τη συμφορά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη νύχτα της 18ης Αυγούστου 1886 η Μπέτυ Τζην έχασε τους γονείς της, τα αδέλφια της, το κτήμα τους και την αξιοπρέπειά της. Ίσως να έχασε και κάτι άλλο που τότε δε μπορούσε να μαντέψει – γεγονός ήταν πως γλίτωσε τη ζωή της. Ίσως ο Μαύρος Τζο εκτίμησε τις μελαχρινές της μπούκλες και την πλακουτσωτή της μύτη, σαν Ινδιάνας, το γεγονός πως δεν ήταν μυξοπάρθενη, αλλά μπορούσε να υποδυθεί μέχρι και πειστικό πάθος κάτω από εφτά, οκτώ συμμορίτες, ώστε την πήρε μαζί του ν’ ακολουθήσει τη ζωή του παρανόμου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν ο υπ’ αριθ.1 καταζητούμενος στην πολιτεία. Εκεί που την είχε δίπλα του και κοιμόταν στο πάτωμα, γύριζε και της πάταγε καμιά κλωτσιά, να βεβαιωθεί ότι ήταν πράγματι εκεί κι ότι δεν το χε σκάσει μες στη νύχτα. Όταν πήγαινε στις εξορμήσεις, την έδενε απ΄το λαιμό σε έναν πάσσαλο στον καταυλισμό τους και την άφηνε εκεί. Κάποιες φορές ξέχναγε να της βάλει νερό και την έβρισκε μισοπεθαμένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αργότερα δεν την έδενε πια. Της έλεγε απλά «κάτσε» κι εκείνη καθόταν. Της έλεγε «έλα» κι εκείνη ερχόταν. Της επέτρεπε να ανακατεύεται και στην κουζίνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ζωή κυλούσε αρμονικά. Ο Μαύρος Τζο είχε βρει μια γυναίκα να αγαπήσει, η Μπέτυ Τζην είχε βρει έναν άντρα να προσέχει. Του τα είχε όλα πλέον στην εντέλεια, καθάρισμα, μαγείρεμα, ταίσμα αλόγων, και κατά το σούρουπο έβγαινε στο ξέφωτο και αγνάντευε. Έλεγαν πως τον περίμενε πώς και πώς να γυρίσει από τις εξορμήσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα ξημέρωμα, μετά από έντεκα χρόνια παρανομίας κι ανέφελης ζωής, ο καταυλισμός ξύπνησε από τα ουρλιαχτά της. Όταν οι σύντροφοί του όρμησαν στη σκηνή του, βρήκαν τη Μπέτυ Τζην να οδύρεται πάνω από τον Μαύρο Τζο, καρφωμένο με μαχαίρι στην καρδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία πως ήταν κακόβουλη ενέργεια, πως κάποιος τιποτένιος σύρθηκε τη νύχτα στη σκηνή τους και του την έφερε μπαμπέσικα. Έγιναν ανακρίσεις, ο ένοχος δε βρέθηκε ποτέ. Όλοι λυπήθηκαν τη Μπέτυ Τζην που είχε χάσει τη λαλιά της – ο Μαύρος Τζο θα την παντρευόταν με το νέο φεγγάρι. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά κανείς δεν ξέρει τι απόγινε η Μπέτυ Τζην. Κάποιοι λεν ότι αποτρελάθηκε και πήγε κι έπεσε στο ποτάμι. Κάποιοι λεν ότι έγινε πόρνη στα σύνορα, άλλοι λεν ότι την είδαν να ληστεύει τραίνα με πιστόλι. Άλλοι λεν πως πήγε στην Ευρώπη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι γιαγιάδες, που είναι γυναίκες αυτές και ξέρουν, λένε πως το αίμα με αίμα ξεπλένεται και πως η νύχτα της 18ης Αυγούστου 1886 έψαχνε τρόπο να ξεπληρωθεί. Αλλά ποιος ακούει παλαβές γυναίκες.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-1261703600371345765?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/1261703600371345765/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=1261703600371345765' title='9 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1261703600371345765'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1261703600371345765'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2010/08/blog-post.html' title='Μικρή ιστορία του Φαρ Ουέστ'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-4625083431700058048</id><published>2010-06-28T15:33:00.005+03:00</published><updated>2011-10-14T19:28:27.618+03:00</updated><title type='text'>Συνδικαιούχος</title><content type='html'>Περπατούσε στα ροζ και κίτρινα πλακάκια της Πανεπιστημίου. Το ροζ μελανιασμένο από το σφυροκόπημα και τη βρώμα και το κίτρινο κοτλέ, να καταπίνει τα τακούνια. Εκείνη φορούσε τσόκαρα, μαύρα κι ορθοπεδικά. Κλοπ κλοπ κλοπ. Ήταν καινούργια κι είχαν σκληρή ξύλινη σόλα. Κλοπ κλοπ κλοπ. Πως προτιμούσε τα παλιά της παπούτσια, τα καφέ. Πώς τη βόλευαν. Όμως δε μπορούσε να τιμήσει με αυτά τον μακαρίτη, της είχε πει η αδελφή της. Κλοπ κλοπ κλοπ έκαναν τα τσόκαρα στο λιθόστρωτο όταν τον συνόδευε στο νεκροταφείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ζέστη έκανε πολλή. Είχε πάρει το λεωφορείο από την αφετηρία. Πάντα από την αφετηρία, έπιανε την πίσω θέση. Δίπλα της και μπροστά της δεν καθόταν ποτέ κανείς. Έτσι έγινε και σήμερα. Κατέβηκε στο Σύνταγμα. Τώρα πήγαινε στην τράπεζα. Κόσμος πολύς ερχόταν αντίθετα, όταν την έβλεπαν άνοιγε το ρεύμα στα δύο να περάσει, όπως η Ερυθρά Θάλασσα μπροστά στον Μωυσή. Κλοπ κλοπ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην κηδεία πήγαινε μόνη μπροστά, ακολουθούσε το φέρετρο. Ο πολύς κόσμος, δηλαδή τι πολύς, πέντε-δέκα άνθρωποι, την ακολουθούσαν από απόσταση. Σαν σώμα φαίνονταν από μακριά, με μακρουλό κεφάλι, μέση ολόλεπτη και τεράστια λεκάνη. Η δικιά της λεκάνη ήταν στενή, ήταν στενή ολόκληρη, σα σωλήνας, πέρα από τα απολύτως αναγνωριστικά εξογκώματα, πεσμένα πια κι αυτά κι αφομοιωμένα από την ηλικία και την αχρηστία. Ίσως να έφταιγε το μαύρο τσίτι για την αφομοίωση, αυτό που τα τελευταία χρόνια το μαντάριζε όλο και τη στένευε. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εξαφανίστηκε μέσα στην περιστρεφόμενη πόρτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το υποκατάστημα της τραπέζης ανέδιδε ένα έντονο άρωμα χώρου βανίλια που προσπαθούσε μάταια να καλύψει μια άλλη μυρωδιά, μούχλας, κιτρινίλας που έφερνε κάπως σε πορδή. Θα είχε σίγουρα ξινίσει τα μούτρα της, αν μπορούσε να μυρίσει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήρε χαρτάκι με τον αριθμό 125.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με το που κάθησε, οι δυο κυρίες που κάθονταν πίσω και δίπλα της σηκώθηκαν σαν αυτόματα και μετά από σύντομη όρθια αμηχανία, βρήκαν καθίσματα αλλού. Εκείνη κοίταζε τη φωτεινή επιγραφή που έδειχνε τους αριθμούς και τα ταμεία. Είναι κάποιοι που κοιτάν τη φωτεινή επιγραφή με πραγματική προσήλωση και προσπαθούν να κάνουν νοερούς συνδυασμούς: 1 + 2 + 5 = οκτώ, αδιάφορο το οκτώ, αν όμως συνδυαστεί με το ταμείο νούμερο 3, τότε μας βγάζει έντεκα. «Έντεκα!» σκέφτεται ο πελάτης, «έντεκα είναι η ηλικία της μικρής μου κόρης!» και χαμογελά, καλός οιωνός, δε θα του τα ζαλίσει η υπάλληλος με τα διαδικαστικά, θα του επιτρέψουν την ανάληψη απ΄το δάνειο - και είναι πολύ πιθανό να έχει δίκιο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;125 -&gt; 2&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήγε στο ταμείο νούμερο 2 κι έτεινε το βιβλιάριο στον ταμία. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θέλω να δω πόσα έχει μέσα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς δεν ήξερε πόσα είχε μέσα. Κάπου πενήντα χιλιάδες ευρώ. Ίσως και παραπάνω. Οικονομίες μιας ζωής. Όχι πως είχαν κοπιάσει ιδιαίτερα. Παιδιά σκυλιά δεν είχαν. Λιγοφάγοι και οι δυο, δυο φαγητά την εβδομάδα κι αν, από αυτά που διατηρούνται. Ούτε είχαν εξόδους, ούτε καινούργια ρούχα. Ούτε τον κοίταξε καμιά Βουλγάρα τον άντρα της σαν αρρώστησε. Σαν μοναχά τους μαζεύονταν τα χρήματα, σα σπόρια, ένα ένα, και τώρα ήρθε ο καιρός της καταμέτρησης και συγκομιδής. Καταρχήν χρωστούσε στην αδελφή της δεκαπέντε ευρώ για τα καινούργια τσόκαρα, τα μαύρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ταμίας την κοίταξε πίσω απ΄το τζάμι. «Δεν είναι δικό σας το βιβλιάριο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είναι του άντρα μου. Δηλαδή ήταν. Πέθανε.». Έσπρωξε την ταυτότητά της προς το μέρος του υπαλλήλου για να βεβαιωθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ταμίας κοίταξε ξανά, πότε το βιβλιάριο, πότε την ταυτότητα. «Μισό λεπτό παρακαλώ». Σηκώθηκε έχοντας στα χέρια του τα έγγραφα και χώθηκε σε ένα διαχωριστικό. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρισε σχεδόν αμέσως. «Ελάτε μαζί μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισαν να τη ζώνουν τα φίδια. Δεν τους ήξερε, αλλά τώρα άρχισε να καταλαβαίνει. Ήταν που την είδαν με λεφτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το γραφείο του προϊστάμενου ήταν κρυμμένο από το κοινό. Ήταν μεγάλο και ξύλινο. Της έδειξαν μια καρέκλα να καθίσει. Ο προϊστάμενος φαινόταν καλός άνθρωπος. Σα να μαζεύτηκε λίγο όταν εκείνη κάθισε, αλλά φαινόταν καλός. Τη ρώτησε αν ήθελε κάτι να πιει κι εκείνη ένευσε αρνητικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Απ΄ότι μου είπε ο συνάδελφος, θέλετε να κάνετε ανάληψη».&lt;br /&gt;«Θέλω να δω τα λεφτά μου, πόσα έχει μέσα»&lt;br /&gt;«Απλά έχουμε ένα μικρό πρόβλημα».&lt;br /&gt;«Είμαι η σύζυγός του. Σας έδειξα ταυτότητα».&lt;br /&gt;«Ναι, απλά δε σας έχει συνδικαιούχο. Στο βιβλιάριο. Εάν δεν είστε συνδικαιούχος δεν μπορείτε να κάνετε κίνηση, ούτε ενημέρωση, ούτε ανάληψη.»&lt;br /&gt;«Δε σας καταλαβαίνω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ρέγγες, γαύροι, σαρδέλες. Έχουν λάδι ωμέγα 3. Φακές, ρεβύθια, φάβα. Τα όσπρια κάνουν καλό κι έχουν πρωτεϊνες. Και διατηρούνται μέρες στο ψυγείο. Τι παραπάνω ήθελε να τρώει. Γι αυτό έφτασε στα εβδομήντα και είναι κοτσονάτη. Όλοι οι άλλοι με ουρικά και τριγλυκερίδια. Και κατεβάζουν γάλα τα όσπρια, πολύ γάλα. Σάμπως τι το κανε αυτή το γάλα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, έχετε δίκιο, αλλά πώς να σας το πω…Δυστυχώς τα πιστωτικά ιδρύματα, οι τράπεζες δηλαδή, εμείς…υπάρχουν κάποιοι κανόνες, κάποιες διαδικασίες. Θέλω να πω εάν δεν είστε συνδικαιούχος, αν δεν είναι το όνομά σας γραμμένο στο βιβλιάριο, προς το παρόν …»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτε στο κουδούνι της εξώπορτας ήταν γραμμένο. Ούτε στους λογαριασμούς. Ούτε στα προσκλητήρια για γάμους και βαφτίσια. Σάμπως δεν ήξερε τόσα χρόνια το σωστό και το πρέπον. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«….δεν έχετε δικαίωμα στα χρήματα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Που κάτω απ΄το λιοπύρι μάζευαν με τα χέρια τα μπάζα απ΄τα θεμέλια του σπιτιού για να γλιτώσουν χρήματα. Και τώρα της λένε πως δεν της ανήκουν, δεν της ανήκουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μη με παρεξηγείτε», θέλησε γρήγορα να διορθώσει ο προϊστάμενος, «δεν είναι ακριβώς έτσι. Είστε νόμιμη κληρονόμος κι αφού ολοκληρωθούν κάποια διαδικαστικά, και μετά τη νόμιμη παρακράτηση, δικαιούστε τα χρήματα, περίπου τα μισά. Απλά μέχρι να ολοκληρωθούν τα διαδικαστικά αυτά…».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν η κυρά Σοφία που έμενε στον κάτω δρόμο. Την συναντούσε συχνά στο λεωφορείο τα Σάββατα που πήγαιναν στη λαϊκή. Και ξαφνικά δεν την έβλεπε πια. Μετά από κανα τρίμηνο μονάχα, μαυροντυμένη, και να χει μείνει η μισή. Είχε χάσει το μεγάλο της γιο σε τροχαίο. «Σώπα καημένη Σοφία και μη σπαράζεις, σου έμεινε κι ένας μικρός». Την είχε κοιτάξει η άλλη, δεν είχε πει τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τώρα την καταλάβαινε που της έμειναν κι κι αυτηνής τα μισά. Μια ζωή για τα μισά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;1+2+5+2=10 &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέσα σε δέκα λεπτά είχαν συμβεί τα πάντα, η αναμονή, το ταμείο, ο λόγος του προϊστάμενου, η νευρική κρίση, η κλήση του ΕΚΑΒ. Εκείνη βέβαια δεν είχε προσέξει το μοιραίο άθροισμα αφού ποτέ της δεν πρόσεχε τίποτα. Το παραλήρημά της για κάποιο παιδί που χάθηκε θα έφερνε σε απόγνωση την αδελφή της, τη μόνη που θα τη φρόντιζε μέχρι το θάνατό της. Ίσως όμως, ίσως, στο τέλος είχε γίνει δικαιούχος, κάτι όμορφου και σπασμένου κι ολόδικού της παρόλο που δεν το είχε ποτέ.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-4625083431700058048?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/4625083431700058048/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=4625083431700058048' title='2 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/4625083431700058048'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/4625083431700058048'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2010/06/blog-post_28.html' title='Συνδικαιούχος'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-2799075500709800626</id><published>2010-06-21T16:12:00.000+03:00</published><updated>2010-06-21T16:13:19.712+03:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;object width="480" height="385"&gt;&lt;param name="movie" value="http://www.youtube.com/v/np1Na0U_Gzc&amp;hl=el_GR&amp;fs=1&amp;"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowFullScreen" value="true"&gt;&lt;/param&gt;&lt;param name="allowscriptaccess" value="always"&gt;&lt;/param&gt;&lt;embed src="http://www.youtube.com/v/np1Na0U_Gzc&amp;hl=el_GR&amp;fs=1&amp;" type="application/x-shockwave-flash" allowscriptaccess="always" allowfullscreen="true" width="480" height="385"&gt;&lt;/embed&gt;&lt;/object&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-2799075500709800626?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2799075500709800626'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2799075500709800626'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2010/06/blog-post.html' title=''/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-5709118509038187570</id><published>2010-04-22T08:40:00.005+03:00</published><updated>2011-12-05T15:25:00.585+02:00</updated><title type='text'>To Ατιτλο</title><content type='html'>Όταν μπήκαν επιτέλους μέσα στο σπίτι, το πρώτο που τους ήρθε ήταν η μπόχα, βούλωσαν τις μύτες με τις παλάμες και προχώρησαν σκουντουφλώντας, φοβούμενοι για το χειρότερο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο γιος της θυμόταν μια μητέρα αθόρυβη. Δε φώναζε, μαγείρευε μάλλον καλά, αγκάλιαζε φυσιολογικά. Οι λίγες φορές που τσακωνόταν με τον πατέρα του, ήταν κυρίως για τις χαρτοπετσέτες που παρατούσε εκείνος απάνω στο τραπέζι μυξωμένες. Η όταν την ξυπνούσε ο θρυμματισμός των παξιμαδιών στο στόμα του, κάθε φορά που τον έπιανε λόρδα το ξημέρωμα. Για τέτοια πράγματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν άνοιξε το μαγαζί με τα υδραυλικά , του είπε «καλορίζικο», δηλαδή το απολύτως απαραίτητο. Το ίδιο κι όταν αγόρασε το σπίτι στην Τρίπολη. Όταν ανακαίνισε το σπίτι στο χωριό και την κάλεσε να περάσουν οικογενειακά το πρώτο εκείνο καλοκαίρι, είχε αγκαλιάσει τόσο θερμά το γιο της που τον αιφνιδίασε - του είχαν έρθει, θυμάται, δάκρυα στα μάτια. Όταν της ζήτησε δανεικά, τότε που φάνηκε πια πως είχε ανοιχτεί πολύ οικονομικά, άρχισε γι αυτόν μια περίοδος αναμονής, αμφιβολίας και δειλής ελπίδας, όπως όταν παίζεις ρουλέτα και δεν ξέρεις τι θα σου φέρει. Όταν κάποτε βαρέθηκε την αναμονή ήταν που αποφάσισε κιόλας  να μην ασχοληθεί ξανά με τη μητέρα του πέρα από το απολύτως απαραίτητο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η νύφη της ήταν πανευτυχής. Όσο ευτυχισμένη μπορεί να είναι μια νύφη χωρίς πεθερικά. Τον πεθερό της δεν είχε προλάβει καν να τον γνωρίσει. Τη μέλλουσα πεθερά της την είχε δει μόλις δυο φορές πριν το γάμο, μια στον αρραβώνα και μια κάπου αλλού. Μέχρι να προλάβει να την αποτυπώσει, έφτασε η ώρα της τελετής. Θυμάται πως είχε αγκαλιάσει εγκάρδια μια γειτόνισσά τους, παραλίγο να την έλεγε «μητέρα», αν δεν αντιλαμβανόταν εγκαίρως τα μαγκωμένα βλέμματα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η εγγονή της τη θεωρούσε ούφο. Όταν την άφηναν καμιά φορά στο σπίτι της, η γιαγιά κάθιζε τη μικρή στα γόνατά της για να την ορμηνέψει. Της έλεγε λοιπόν για τον μπακάλη. Δεν ήταν ο κυρ-Μήτσος ο άκακος γεροντάκος που όλοι νόμιζαν. Στην πραγματικότητα ήταν εξωγήινος. Τον είχε δει μια μέρα  που πήγε να ψωνίσει κριθαράκι, είδε την αντανάκλασή του στον καθρέπτη του παντοπωλείου πίσω απ΄το ταμείο, το κεφάλι του τρίγωνο και το μούτρο του μελιτζανί. Στην πραγματικότητα είναι όλοι συνωμότες, ακόμα και οι τοίχοι, έλεγε οι γιαγιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μικρή στην αρχή έκλαιγε. Όταν μεγάλωσε λιγάκι και ξεθάρρεψε, της έλεγε στα μούτρα πως όλα αυτά είναι βλακείες, είπε μάλιστα στους γονείς της ότι η γιαγιά είναι τρελή, ή ότι μάλλον αρχίζει και τα χάνει. Οι γονείς της έκαναν «χμ». &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο εγγονός της της έμοιαζε πολύ. Αθόρυβο παιδάκι, έπρεπε να το κοιτάξεις πολλές φορές, μέχρι ν’ αποτυπώσεις το μουτράκι του, να μην το μπερδέψεις με άλλο κατά λάθος. Όταν μεγάλωσε αρκετά, ήταν απλά αδύνατο να το μπερδέψεις. Είχε κάνει αισθητή την παρουσία του σε όλη την κωμόπολη κάνοντας κόντρες με τη μηχανή, διανυκτερεύοντας μονίμως στο αστυνομικό τμήμα κι άλλα τεκμηριωμένα ή αναπόδεικτα. Η γιαγιά τον αγαπούσε. Ήταν ο μόνος που καθόταν κι άκουγε τις ιστορίες της. Ήταν κι ο πρώτος που έμαθε για τα παιδάκια της. Τα δικά της παιδάκια που τα έκρυβε στις γωνίες. Εννοείται ότι τον είχε ορκίσει να μην το πει πουθενά.  Όταν έφευγε απ΄το σπίτι της του έχωνε χαρτονομίσματα στην τσέπη κι ο νεαρός έτρεχε περιχαρής να ψωνίσει μπάφο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι παιδίατροι της Τρίπολης θυμούνταν μια κυρία καλοστεκούμενη. Ερχόταν ανήσυχη και με δάκρυα στα μάτια. Ήταν ανόρεχτα τα παιδάκια της, δεν έτρωγαν καθόλου. «Πες μου τί να κάνω, γιατρέ μου», τους εκλιπαρούσε. Κάποιοι ασυνείδητοι της έπαιρναν αμοιβή χωρίς απόδειξη και της έδιναν διάφορες πειραματικές δίαιτες. Κάποιοι με φιλότιμο την χτυπούσαν στην πλάτη απαλά και της έλεγαν «άντε, άντε, και τα παραχαϊδεύεις. Δεν παθαίνουν τίποτα, μην ξανάρθεις».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν και η περιπτερού από την οποία η γιαγιά αγόραζε τα περιοδικά. Ήταν εκείνη που ειδοποίησε τους δικούς της όταν η γιαγιά έκανε μέρες να φανεί, εκείνη που φοβήθηκε πως κάτι κακό συνέβη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχαν πάει οι τρεις τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο γιος μάλλον από τύψεις. Κόντευε δυο χρόνια να τη δει από κοντά.&lt;br /&gt;Η νύφη για συμπαράσταση στον άντρα της.&lt;br /&gt;Η εγγονή για να εκτιμήσει η γιαγιά το ενδιαφέρον της. Eστω και καθυστερημένα... &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το αντικλείδι τους δεν έπιασε, η γιαγιά είχε αλλάξει τις κλειδαριές. Χτύπησαν την πόρτα, ευγενικά στην αρχή, μην την αλαφιάσουν, επιτακτικά μετά, ανήσυχα στο τέλος. Τέλος, φώναξαν κλειδαρά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν μπήκανε επιτέλους μέσα στο σπίτι, το πρώτο που τους ήρθε ήταν η μπόχα, βούλωσαν τις μύτες με τις παλάμες και προχώρησαν σκουντουφλώντας, φοβούμενοι για το χειρότερο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είχαν εντοπίσει ακόμα τη γιαγιά όταν άρχισαν σιγά σιγά να εστιάζουν στις πηγές τις δυσωδίας, που ήταν μικρές μεν, αλλά διασκορπισμένες σε πολλά σημεία και γωνίες. Ήταν κομμάτια τυρί φέτα που είχαν γίνει πράσινα, μορταδέλα και σαλάμι αέρος, στρογγυλά μουχλιασμένα ψωμάκια. Όλα αυτά τοποθετημένα απευθείας πάνω σε φωτογραφίες μικρών παιδιών, κομμένες από περιοδικά κι εφημερίδες. Ξανθά, μαυρούλικα, έδειχναν τα δοντάκια τους γελαστά, άλλα ήταν μουτρωμένα, άλλα γυμνά, άλλα σε κορνίζες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην κρεβατοκάμαρα ήταν και η γιαγιά, ντυμένη και χτενισμένη, ως συνήθως, κι έβλεπε τηλεόραση. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δεν τρώνε», γύρισε μόνο και τους είπε.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-5709118509038187570?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/5709118509038187570/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=5709118509038187570' title='8 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5709118509038187570'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5709118509038187570'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2010/04/blog-post.html' title='To Ατιτλο'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-7577617078338310985</id><published>2010-02-24T08:34:00.005+02:00</published><updated>2010-02-25T14:45:17.136+02:00</updated><title type='text'>Το αδέσποτο</title><content type='html'>Την έβλεπε κάθε μέρα. Την έβλεπε που καθόταν στο σκαλί της διπλανής πολυκατοικίας – διατηρητέο ήταν, παλιό ορφανοτροφείο αγοριών – μπροστά από μια επιγραφή με μαύρο σπρέι «Βασίλισσα σ’ αγαπώ». Είχε συντηρητικούς η γειτονιά κι ατμόσφαιρα περασμένου μεγαλείου, φιμωμένα βλέμματα πίσω από κουρτίνες, που θύμιζαν κάτι από διακριτικότητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ξένη δεν είχε σχέση με διακριτικότητα. Καθόταν στο σκαλί σα βιδωμένη, από την πρώτη μέρα που έφτασε στη γειτονιά την έβλεπε, σε όλη τη μετακόμιση, όμως τίποτα δεν απαντούσε στην απορία της, ποια ήταν και τι έκανε εκεί. Την έβλεπε και τις επόμενες μέρες, και ήλπιζε να αποκτούσε σύντομα λίγη οικειότητα με την ιδιοκτήτρια της πολυκατοικίας της, να άνοιγαν κουβέντα σχετικά. Μα πέρασαν οι μήνες, όλο τον επόμενο και τον επόμενο έλεγε, κουβέντα τελικά δεν άνοιξε, μα λίγη είχε σημασία, κανείς δεν απορούσε για την ξένη έτσι κι αλλιώς, γιατί καθόταν σ’ εκείνο το σκαλί, κανείς άλλος δεν την έβλεπε, θαρρείς, εκτός από την ίδια. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την έβλεπε λοιπόν. Κάθε πρωί που πήγαινε στη δουλειά. Κάθε βράδυ που γύριζε. Όταν πήγαινε για ψώνια. Όταν έβγαινε με φίλους. Όταν τίναζε τις κουβέρτες. Όταν άνοιγε την πόρτα στον καλό της. Κάποιες φορές την έβλεπε κι όταν ξεχνιόταν στο λεωφορείο και στον ηλεκτρικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Της θύμιζε φευγαλέα εκείνο τον σκύλο, τον σκύλο της προηγούμενης ζωής της. Μια φορά τον είχε ταϊσει στο δρόμο, κι εκείνος όλο ερχόταν έξω από το σπίτι και την περίμενε. Κι εκείνη τον έβλεπε από μακριά, μα ήταν γέρικος και ψωραλέος και δεν τον ήθελε καθόλου, δεν τον ήθελε να κάθεται έτσι έξω από το σπίτι. Μα ο σκύλος ερχόταν καθημερινά και την περίμενε, μέχρι που μια μέρα ψόφησε και τον πέταξαν στον κάδο. Είχε εκβιάσει, θυμάται, ένα βούρκωμα, μετά έπιασε κάτι να κάνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ξένη δεν ήταν γριά, ούτε ψωραλέα. Τα ρούχα αδιάφορα, μη δηλωτικά, το πρόσωπο ανοιχτό σε ποίκιλλες ερμηνείες. Δεν το έβλεπε το πρόσωπό της, πιο πολύ το φανταζόταν. Θα έπρεπε να ήταν τουλάχιστον συμπαθητικό γιατί πάντα χρειάζεται κανείς μια καλή ψευδαίσθηση για να αρχίζει σχέσεις, να συνηθίζει έστω καταστάσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ετσι τη συνήθισε. Συνήθισε να περνά από μπροστά της με τις σακούλες του σούπερ μάρκετ, κάνοντας νοήμα με το κεφάλι «καλησπέρα». Άρχισε να της πετάει σχόλια για τον καιρό. Την έψαχνε με το βλέμμα κάθε φορά που άνοιγε το παράθυρο, έφτασε να ανησυχεί μήπως ερχότανε μια μέρα που δε θα την έβλεπε στη θέση της - και τότε τι θ’ απογίνονταν.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν σε καλή διάθεση εκείνη την ημέρα. Ο καλός της είχε μόλις φύγει απ΄το σπίτι, είχε στα χείλη ακόμα το φιλί του. Με ανάλαφρα βήματα άνοιξε την εξώπορτα, χτύπησε το δαχτυλίδι της στο κάγκελο, μια φορά, και κίνησε για το παλιό ορφανοτροφείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα έρθεις μέσα λοιπόν;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ξένη την κοίταξε ξαφνιασμένη, με μάτια ολόφωτα, δεν το περίμενε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα κάνουμε μπάνιο. Φοράμε τα ίδια ρούχα, θα σου δίνω εγώ ν’ αλλάζεις. Και στο κρεβάτι μια χαρά θα χωρέσεις. Καλή θέληση να υπάρχει και η ζωή μας θα είναι ονειρεμένη.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτά είπε κι έκανε μεταβολή, χωρίς να περιμένει απόκριση. Την ήξερε ήδη την απόκριση, είχε ήδη περάσει καιρός πολύς. Ίσως ήταν το βάρος της ωριμότητας που κρεμόταν πάνω της τόσες μέρες, τόσους μήνες, μα τώρα το βάρος είχε φύγει κι ένιωθε ανάλαφρη, ανάλαφρη σαν πουλάκι. Τι παραπάνω θέλει ο άνθρωπος για να ζήσει, παρέα, να μην ξεχνά.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-7577617078338310985?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/7577617078338310985/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=7577617078338310985' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/7577617078338310985'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/7577617078338310985'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2010/02/blog-post_24.html' title='Το αδέσποτο'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-5468931378588106462</id><published>2009-12-30T08:27:00.011+02:00</published><updated>2010-02-17T12:28:25.465+02:00</updated><title type='text'></title><content type='html'>&lt;a href="http://3.bp.blogspot.com/_nJmUUDkyfYE/S3vEvj838SI/AAAAAAAAAGg/ydV-g-p_t0k/s1600-h/keyhole.png"&gt;&lt;img style="display:block; margin:0px auto 10px; text-align:center;cursor:pointer; cursor:hand;width: 300px; height: 400px;" src="http://3.bp.blogspot.com/_nJmUUDkyfYE/S3vEvj838SI/AAAAAAAAAGg/ydV-g-p_t0k/s400/keyhole.png" border="0" alt=""id="BLOGGER_PHOTO_ID_5439157296363467042" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-5468931378588106462?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/5468931378588106462/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=5468931378588106462' title='4 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5468931378588106462'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5468931378588106462'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2009/12/blog-post.html' title=''/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_nJmUUDkyfYE/S3vEvj838SI/AAAAAAAAAGg/ydV-g-p_t0k/s72-c/keyhole.png' height='72' width='72'/><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-5234547956068732426</id><published>2009-07-13T08:13:00.003+03:00</published><updated>2009-07-13T08:36:03.716+03:00</updated><title type='text'>Η Μαρία του λιμανιού</title><content type='html'>Ήταν εκείνο το πρωί προς μεσημέρι στη Δραπετσώνα, στην αφετηρία του τρόλεϊ για Πειραιά. Καθόταν σε μια από τις μπροστινές θέσεις, τις μονές και κοίταζε έξω απ΄το παράθυρο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τρία (ή τέσσερα ήταν;) παιδιά μαυριδερά κάθονταν σε ένα παγκάκι, γελούσαν κι άφηναν τα ποδάρια τους να κρέμονται. Το βλέμμα της ακολουθούσε τα ποδάρια τους μπρος πίσω την ώρα που ο νους της έτρεχε αλλού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν τρία λεπτά πριν, δυο στάσεις πριν το τέρμα, που άναψε τσιγάρο. Είδε όμως από μακριά το τρόλεϊ να ‘ρχεται, έβγαλε το τσιγάρο απ΄το στόμα, το ‘ριξε πάλι όπως όπως στο πακέτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέσα στο τρόλεϊ πια, ήρθε ο απολογισμός των συνεπειών:&lt;br /&gt;1. που θα μύριζε τώρα το τσιγάρο απ’ το άναμμα, &lt;br /&gt;2. που θα πήρε η μυρωδιά και τ’ άλλα τσιγάρα του πακέτου. «Τσιγάρα καπνιστά»,  ελάχιστα ωστόσο τη διασκέδασε η ιδέα κι ακόμα λιγότερο η πιθανότητα &lt;br /&gt;3. κάποιος να της ζητούσε απ΄τα τσιγάρα της, κι εκείνη να του έδινε, εκ παραδρομής, το σαλιωμένο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν είχε περπατήσει απλώς μέχρι την αφετηρία, όπως είχε προγραμματίσει, αντί να σταματήσει το τρόλεϊ στο δρόμο του, θα είχε αποφύγει  μια πραγματικά άβολη κατάσταση. Αλλά &lt;em&gt;Τα πράγματα δε γίνονται ποτέ όπως τα προγραμματίζεις&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;άρπαξε με ευκολία το κλισέ στον αέρα. Τα αντανακλαστικά της όλο και βελτιώνονταν. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον ειρμό της έκοψε η Μαρία που ήρθε και κάθισε ακριβώς μπροστά της. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε θα μπορούσε να είχε καθίσει πουθενά αλλού, παρότι το τρόλεϊ ήταν άδειο ακόμα.&lt;br /&gt;Ανέδιδε ολόκληρη καπνίλα, σαν αρνητικό αποσμητικού χώρου. Σαν τις τσιγγάνες που κάθονται γύρω απ΄τη φωτιά, και φοράνε φούστες, τη μια πάνω απ’την άλλη. Και στριμώχνονται έξω από τις εντατικές των δημόσιων νοσοκομείων, και, κάθε φορά που μια απ΄τις νυφάδες τους ζητά νερό, σηκώνουν τη μια φούστα, μετά την άλλη, μετά την παράλλη, μέχρι να βρουν το πορτοφολάκι τυλιγμένο στη ζώνη, ίσα πάνω απ΄το μεσοφόρι, να βρουν τα πενήντα λεπτά για το εμφιαλωμένο, κι οι γύρω κρατάν τη μύτη τους από την καπνίλα που ξερνά το φουστομάνι. Έτσι ακριβώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παιδιά φώναξαν τη Μαρία με το όνομά της - εξ’ού κι έμαθε ότι τη λέγανε Μαρία κι όχι Κατερίνα ή Ευτέρπη ή κάτι λιγότερο συμβατό με το σουλούπι της - «Μαρία!» φώναξαν κι αυτή έλαμψε ολόκληρη κι είχε μάτια σαν ροφού, μαλλιά μαύρα - καφέ σα δίχτυα που τα ‘χε ξεράνει ο ήλιος, πιασμένα με λαστιχάκι προς τα πίσω. Είχε κι εκδορές στους ώμους, μπορεί να ‘ταν και ψώρα, μπορεί και να ‘τανε πληγές από αγκίστρι, σα να την ψάρεψαν από κάποιον βαλτότοπο, μπορεί κι απ’ το λιμάνι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Κόρη του ποταμού ήταν, λέγανε γι’ αυτήν. Σαν την είδε το κατάλαβε γιατί, μάτια είχε σα ροφού εξογκωμένα, τα μαλλιά της δίχτυα μπερδεμένα, δέρμα διάφανο, από κάτω έτρεχαν ποτάμια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πατέρα είχε ψαρά και μάνα νύμφη. Ήταν τα βράδια του Αυγούστου που έβγαιναν απ’ το ποτάμι οι νύμφες, σμήνη. Έξω απ΄τις καλύβες των ψαράδων παραφύλαγαν, να βγουν οι πιο νεαροί, οι πιο ωραίοι, για να τους σύρουν πίσω από τις καλαμιές. Να πάρουν στο ποτάμι τις ψυχές τους φυλακτά με το ξημέρωμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μάνα της βγήκε μια φορά κι αυτή, μα δεν της τα χανε καλά εξηγήσει. Τον δικό της τον ψαρά τον ερωτεύτηκε κι έμεινε μαζί του. Του έκανε κορίτσι, εκείνη. Κι έγινε το κακό μετά.  Θα ‘ταν οι μάνες που ολοφύρονταν τα πρωινά στις καλαμιές, οι διαβολονύμφες έτρωγαν τα παλικάρια τους, κι έπρεπε κάποια να πληρώσει. Μπορεί και όχι. Κανείς δεν έμαθε ποτέ πώς χάθηκε η νύμφη του μια μέρα, κι έμεινε ο ψαράς τρελός να βλέπει τα νερά. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαν έλεγε πως θα την πάρει την μικρή, μες στους καφενέδες, γύριζαν όλοι το κεφάλι τους αλλού και χασκογέλαγαν. Άνθρωπος της πόλης ήταν και πού τα ξερε. Στα χέρια τους μεγάλωσε, κόρη χωρίς μάνα και με τρελό πατέρα, πάνω της ξαλάφρωναν τη ζήση τους, σάλια, ζουμιά και κανά χέλι ή πέστροφα για το ευχαριστώ. Ας την έπαιρνε κι ας πήγαιναν καλλιά τους, το ποτάμι είχε ξεραθεί από καιρό και τα βατράχια είχαν σιωπήσει.      &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μαρία!!! Πού πας; Φεύγεις;», φώναξε ο μικρούλης που φαινόταν πιο ζωηρός. &lt;br /&gt;«Αϊ», απάντησε η Μαρία γέρνοντας ορθή στο ανοιχτό παράθυρο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είχε εξαρχής καμία αμφιβολία ότι το φαφούτικο πράγμα που βρωμούσε κι εκστόμιζε ασυναρτησίες θα ερχόταν να καθίσει μπροστά της στο τρόλεϊ – ήταν από τα πράγματα που γίνονται μοιραία. Ήταν επιπλέον σίγουρη πως όταν το τρόλεϊ απομακρυνόταν λίγο, και τα παιδάκια θα ήταν εκτός οπτικού πεδίου, ο επόμενος στόχος του «πράγματος» θα ήταν αυτή η ίδια. Το ήξερε. Με την αγωνία της επικείμενης παγίδευσης έφερε στο μυαλό της το «πράγμα» να την κοιτάζει με εκείνα τα εξογκωμένα μάτια, εκείνη, υπνωτισμένη - από φιλότιμο - να μη μπορεί να αποστρέψει το βλέμμα, το φρικαλέο στόμα να ανοίγει διάπλατο, την κολλώδη γλώσσα να εκτοξεύεται σα σαΐτα, να την κεντρίζει, να τη μουδιάζει στη θέση της, κι όλα αυτά τα παιδαριώδη, έως και γελοία, για έναν απλό λόγο: &lt;br /&gt;για να την εξαναγκάσει να ασχοληθεί μαζί της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Oh look at all the lonely people,&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Oh look at all the lonely people,&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;αλλά όχι. Δεν είναι όλα Beatles κι εν-συ-ναί-σθη-ση, όχι, έχει κι αυτή δικαιώματα, το δικαίωμα να κάθεται απερίσπαστη και να απολαμβάνει τη διαδρομή της και να αναλογίζεται το τσιγάρο της που δεν το έσβησε καλά. Έχει κι αυτή δικαιώματα στη ζωή. Βίδωσε το κεφάλι της δεξιά, να βλέπει μια ταμπέλα που έγραφε για ανεγέρσεις οικοδομών, παίρνοντας την απόφαση, να μην ασχοληθεί με το «πράγμα» ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Τέρμα και τελείωσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Στο γάμο τους δεν πάτησε κανείς. Την έφερε στο σπίτι του στην πόλη, μόνοι ξανά περάσαν το κατώφλι - και βαριανάσαινε από την ευτυχία αυτός, όσο μπορούσε πιο διακριτικά. Το γαμήλιο κουβερλί διακοσμημένο με κόκκινα φύκια Σαργασσών, η γυάλα της, ειδική παραγγελία και με εσωτερικό φωτισμό, στο κέντρο του δωματίου συλλογών. Φρέσκο νερό ήθελε μόνο, και δυο παπάκια πλαστικά. Το πείραμα σφιγγόταν στην αγκαλιά του - πού και πού τρεμόπαιζε τα μάτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήρεμα και με ασφάλεια κυλούσε η ζωή τους. Τα βράδια που γυρνούσε απ΄τη δουλειά, του έφερνε τις παντόφλες του και του σερβίριζε το δείπνο. Η ώρα του χωνευτικού, η ώρα που έφερνε γυροβολιές μέσα στη γυάλα της, ήταν η πιο κατάλληλη για να της διηγηθεί τα νέα της ημέρας, συλ-λα-βι-στά για να τον καταλαβαίνει. Ήθελε η διαδικασία ιδιαίτερη γλυκύτητα, γιατί με το παραμικρό φάλτσο, την παραμικρή αλλαγή τόνου και ρυθμού, εκείνη αντάριαζε τα νερά και το χαλί μουσκεύονταν.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν Κυριακή, άδειοι σχεδόν οι δρόμοι, το τρόλεϊ πήγαινε αβίαστα, γλυκά θα έλεγε κανείς. Το κεφάλι το είχε σταθερά δεξιά, ακουμπούσε λιγάκι το μέτωπο στο τζάμι, είχε ήλιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η άλλη γύρναγε κάπου κάπου και την κοίταζε πάνω από τον ώμο της. Την έπιανε με την άκρη του ματιού, αλλά αρνιόταν να γυρίσει το κεφάλι και να την κοιτάξει καταπρόσωπο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μισοσβησμένο της τσιγάρο, μια φορά, αδύνατο να το επαναφέρει στη σκέψη της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Και γίνονταν οι συλλαβές όλο και πιο μακρόσυρτες, μετά βουβές, σαν κάτι να τις στόμωνε, ίσως τα χρόνια που περνούσαν. Και κάτι να λείπει τελικά, ένα κοινό ή μια τραγωδία, κάτι που να κόβει μια ιστορία σαν μαχαίρι. Η φαντασία του τα ‘φταιγε και ο ρομαντισμός και τα μεγάλα λόγια, πόσοι ευφημισμοί ικανοί αυτή του τη σκληρότητα να περιγράψουν, πώς άντεξε άραγε, σκεφτόταν τώρα, να φυλακίσει μια ποταμίσια κόρη σε μια γυάλα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;όταν δεν τη μισούσε, όταν δεν τον έπνιγε η δυσωδία των λιμνάζοντων νερών, «μη με περιμένεις για φαϊ, θ’ αργήσω», κάτω απ΄το δέρμα της - εκείνη άραγε πώς να ‘νιωθε; τα γουργουρητά της ν΄αποκρυπτογραφήσει αδύνατο - όταν δεν πλατσούριζε τυφλός κι απελπισμένος και προσευχόταν και περίμενε, την ετυμηγορία των περιστάσεων και της ζωής, αφού μονάχος του ν’ αποφασίσει δεν μπορούσε. &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν λίγο ειρωνεία η ιστορία αυτή, είχε και την πλάκα της. Είχε να το εξασκήσει καιρό το σπορ, έλεγε πως είχε πια ξεμάθει. Με όλους αυτούς τους ξένους, ή και γνωστούς, ανθρώπους που ζούσανε μαζί της, ή έκλεβε ένα βλέμμα τους σε κάποιο λεωφορείο, ήταν μια κάποια πρόκληση. Η Μαρία πάλι ήρθε και της στήθηκε μονάχη της. Ήξερε τι έκανε. Ήξερε ότι ήταν γλιστερή και πονεμένη κι εύθραυστη, κι ότι με γυμνό χέρι ή βλέμμα δε θα την άγγιζε κανείς. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Μια νύχτα έστριψε στην πόρτα το κλειδί και είπε «καλησπέρα». Δεν του απάντησε κανείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βλέποντας τη γυάλα άδεια, με ένα φύκι να στροβιλίζεται κάπως ειρωνικά, κατάλαβε. Το μόνο που απόμενε να κάνει ήταν την αδειάσει απ΄το νερό. Καθώς στράγγιζε τη γυάλα από τα τελευταία απόνερα, απόμεινε άδεια και η καρδιά του και ξύπνησε με ξαφνική οξύτητα ο πόνος, πού να γυρνούσε τώρα η καλή του ολομόναχη, το ποτάμι είχε ξεραθεί από καιρό, άλλο υγρό ν’ απαλύνει τον πόνο δεν υπήρχε, πέρα από τα δάκρυα. &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο λιμάνι του Πειραιά…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρναγε το τρόλεϊ απ΄το λιμάνι και η Μαρία χτύπησε στάση να κατέβει. Μόνο όταν βγήκε πια έξω άφησε τον σβέρκο της να ανασάνει, η Μαρία την κοίταζε ακόμα, την κοίταξε κι αυτή πίσω απ΄το τζάμι, μάλιστα της χαμογέλασε. Χαμογελούσε ακόμα, κι όταν δεν την έβλεπε πια. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα σε φτιάξω, Μαρία. &lt;br /&gt;Ούτε για τα δόντια που σου λείπουν θα γράψω, ούτε για τα σαντάλια σου που σέρνεις, ούτε ότι είσαι ηλίθια σα βλίτο θα πω.&lt;br /&gt;Θα σου δώσω πατέρα ψαρά και μάνα νύμφη. Κόρη του ποταμού, παιδί μεγάλου έρωτα. Μετά πάλι θα σε φυλακίσω από έρωτα στην πόλη. Και θα σε φαντάζονται όμορφη, βουβή και τραγική, όπως σου πρέπει κι όπως είσαι. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πώς θα μπορούσα εγώ να σε χαλάσω. Εγώ είμαι εσύ κι εσύ είσαι εγώ.».  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χάρηκε που υπάρχουν τόσο α σ φ α λ ε ί ς τρόποι για ν’ αγαπάει κανείς.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-5234547956068732426?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/5234547956068732426/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=5234547956068732426' title='12 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5234547956068732426'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5234547956068732426'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2009/07/blog-post.html' title='Η Μαρία του λιμανιού'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>12</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-4932116561041918222</id><published>2008-05-16T23:20:00.007+03:00</published><updated>2011-08-08T12:44:48.671+03:00</updated><title type='text'>Personal Jesus</title><content type='html'>Του έμοιαζε στ' αλήθεια, ξανθός καθώς ήταν, μακρυμάλλης, με γαλανά μάτια. Δεν τον φανταζόταν έτσι στην αρχή. Κάπως απειλητικό τον φανταζόταν, μελαχροινό, ένα γκόλεμ του ίντερνετ, από αυτά που πετάγονται ξάφνου μπροστά σου και σου κόβουν τη χολή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε τρομάξει λίγο, είναι η αλήθεια. Μα του έκανε χώρο στα υπάρχοντά της, έναν υπολογιστή και μια μοναξιά, μάλλον αναπόφευκτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μιλούσαν ήδη ένα τρίμηνο. Σε λίγο θα τον συναντούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε λίγο. Σε δυο-τρεις ώρες. Έπαιζε στα χέρια της τη φωτογραφία του. Του είχε στείλει τη δική της προηγουμένως. Πραγματική φωτογραφία, χάρτινη. Είχε επιμείνει πολύ εκείνος σχετικά. Σε μια ταχυδρομική θυρίδα που της είπε. Μετά της έστειλε κι αυτός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε χαρεί, αν και δεν υπήρχε - αντικειμενικά - ιδιαίτερος λόγος. Αλλά είχε κάτι το χειροπιαστό. Μια φωτογραφία χάρτινη, χειροπιαστή, κάτι που μπορούσε να χαϊδέψει, να φιλήσει, να βάλει κάτω απ΄το μαξιλάρι και να βγάλει κρυφά μέσα στη νύχτα, να προσευχηθεί. Θα χε έρθει το πλήρωμα του χρόνου να πιστέψει κι αυτή. Ο υιός του Θεού επί της γης στα δυο της χέρια. Ήταν νευρική στον φωτογράφο. Ίσιωσε βέβαια τη φράντζα της, όχι πολύ, μη φανεί κραυγαλέο, πέτυχε κι ένα μειδίαμα σχεδόν πειστικό. Όχι σα να το ι-κέ-τευε ακριβώς, αλλά σα να άξιζε να έμπαινε κάποιος στον κόπο να τη σώσει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα ήθελε να κοιμηθεί λίγο, αλλά με τόσο κόσμο στο λεωφορείο, τόσο θόρυβο, ήταν αδύνατον. Τελευταία στιγμή αποφάσισε να πάει να τον βρει. Η μυρωδιά της γιαούρτης της διπλανής - τόσο χαρακτηριστική η γιαούρτη στα ΚΤΕΛ κι εκείνη έψαχνε για οιωνούς απεγνωσμένα - ήταν αβάσταχτη, όμως οι πόροι της την απορροφούσαν αγόγγυστα, αύξανε έτσι τις πιθανότητές της, θα έπεφτε στην αγκαλιά του άϋπνη και θα βρωμούσε σα γελαδάρισσα και τότε, δε μπορεί...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;***&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε τακτοποιήσει τη φωτογραφία της στο άλμπουμ, μαζί με εκείνες των υπολοίπων. Ήταν απίστευτο πως όλες οι γυναίκες έμοιαζαν μεταξύ τους, μαλλί επιμελημένα ατημέλητο, πανομοιότυπο μειδίαμα, μαζί κι ανακουφιστικό. Η ομοιομορφία τους του έδιωχνε την όποια ανασφάλεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλες αυτές οι ψυχές που περίμεναν να σωθούν. Ένιωθε καμιά φορά κάτι σα βάρος, και τότε άνοιγε το παράθυρο και καρφωνόταν στο τέρμα των λεωφορείων. Τύχαινε πολλές φορές να τις αναγνωρίσει μάλιστα, όπως έβγαιναν από την έξοδο, αβέβαια, έπαιρναν έναν καφέ απ΄την καντίνα και περίμεναν. Μέχρι που σουρούπωνε. Τότε έκλεινε το παράθυρο και τις κοιτούσε πίσω από το τζάμι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έβλεπε πια τα πρόσωπά τους και τότε ήταν που μπορούσε να δακρύσει. Πάντα το επιθυμούσε να ταν ξανθός, μακρυμάλλης, με γαλανά μάτια. Όμως δεν ήταν. Και ίσως - ήλπιζε - έτσι να τις έσωζε τελικά.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-4932116561041918222?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/4932116561041918222/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=4932116561041918222' title='20 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/4932116561041918222'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/4932116561041918222'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2008/05/personal-jesus.html' title='Personal Jesus'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>20</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-5627912478146397085</id><published>2008-04-18T15:56:00.003+03:00</published><updated>2008-04-18T16:07:53.916+03:00</updated><title type='text'>Club 36</title><content type='html'>Καθώς ανασήκωνε το κεφάλι από τα σκέλια της Αλίκης, με τα μάτια κλειστά, ήταν κάπως σα να απηύθυνε ευχαριστία. Και πράγματι αυτό έκανε, όχι προς τον Μεγαλοδύναμο ακριβώς, μάλλον στον δάκτυλό του επί της γης, τον φίλο του τον Τάκη: «Να ‘σαι καλά, μάγκα μου» κι έθεσε και πάλι την γλώσσα επί το έργον, υπερβέβαιος πως η ευχή του είχε πιάσει τόπο. Από το διπλανό υπνοδωμάτιο ακουγόταν η κορύφωση του κολλητού του καθαρά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μαλάκα, είναι αυτό το καινούργιο κλαμπ που έχει ανοίξει και γίνεται της κολάσεως". Το "από γκόμενες" ήταν αυτονόητο. Ο νους του Τάκη ήταν μονίμως κολλημένος στο μουνί, αν και καθ’όλα τ΄άλλα ήταν φυσιολογικός. Δεν ήταν βέβαια το κλαμπ τόσο καινούργιο. Ο Σπύρος το θυμόταν από παλιά, το έβλεπε καμιά φορά από το λεωφορείο, καθώς πήγαινε στη δουλειά τα πρωινά. Καλό, κεντρικό σημείο, αλλά ο ιδιοκτήτης θα ‘ταν ελαφρώς μαλάκας. Ακόμα θυμόταν το πανώ "Πωλείται - κομπιναδόροι αποκλείονται". Ύστερα τον έστειλαν σε άλλο υποκατάστημα κι έτσι άλλαξε διαδρομή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν μπήκαν για πρώτη φορά στο ανακαινισμένο και υπό νέα διεύθυνση Club 36 άρχισε όντως να πιστεύει πως είναι όλα καρμικά. Πάντα του ήταν δύσπιστος, ειδικά όταν είχε να κάνει με τον Τάκη. Αλλά, οι γκόμενες ήταν ολοζώντανες και σπαρταριστές. Ήταν πολλά γραφεία μαζεμένα στην περιοχή, δικηγορικά, ασφαλιστικές εταιρίες, τράπεζες και οι εργαζόμενες πήγαιναν στο κλαμπ μετά τη δουλειά για να πιούν το ποτό τους. Ξανθές, μελαχροινές, παχουλές, αδύνατες, μα οι περισσότερες φροντισμένες και σικάτες. Γυναίκες καριέρας, όχι αστεία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στάνταρ το διηύθυνε γυναίκα. Η γυναικίλα αιωρούνταν στην ατμόσφαιρα και ήταν πνιγηρή. Δεν ήταν μόνο τα διακριτικά rechaud με άρωμα βανίλιας και κανέλλας, οι απαράμιλλου γούστου καναπέδες με τα έθνικ μαξιλάρια - με τα καλύμματα κεντημένα στο χέρι σαφώς - ήταν...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Παιδιά, να σας κεράσουμε ένα ποτό;" Δεν έγινε κι από το πρώτο βράδυ. Είχε περάσει κανάς μήνας. Ήταν τότε που το βλέμμα της ξανθιάς Αλίκης έπεσε πάνω του, κι ήταν σα να του πίεζαν πυρωμένη στάμπα στην καρδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κατ' ευφημισμόν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τους κάλεσαν στο τραπέζι τους. Δικηγόρος η Αλίκη και η φίλη της η Μαίρη γραμματέας. Κλητήρας σε ναυτιλιακό γραφείο ήταν ο Σπύρος, συστήθηκε σαν προϊστάμενος λογιστηρίου. Του κοβε, μπορούσε να το παίξει. Είπαν φάσεις απ΄το γραφείο και γελάσανε. Αλληλοθαυμάστηκαν για το πνεύμα και το πηγαίο τους χιούμορ. Ήπιαν. Βγήκαν κι αλλού. Σινεμά. Όμορφα πράγματα. Τη νύχτα εκείνη συνέβη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Χύσε ελεύθερα, προσέχω". Ο Σπύρος άδειασε μέσα της αυτόματα και μετά άφησε τον εαυτό του να σωριαστεί εξαντλημένος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πρωί σηκώθηκαν όλοι μαζί για να πάνε στη δουλειά. Έκαναν ντους ανά ζευγάρι και πήραν πρωινό μαζί. Ο Σπύρος χάζευε τις ρυτιδούλες κάτω από τα μάτια της δικιάς του. Ήταν αγένεια που καρφωνόταν – μα ήταν που πρώτη φορά την έβλεπε με το φως της ημέρας. Πόσο του ‘χε πει ότι ήταν, τριανταέξι;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν την είχε συγκρατήσει επακριβώς την πληροφορία και δεν τον ενδιέφερε. Ούτως ή άλλως στην Αλίκη ταίριαζαν η νύχτα, τα φώτα τα κλειστά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τί εξελίχτηκε ρε;"&lt;br /&gt;"Πήγα, μαλάκα, στον Παράδεισο και ήρθα…".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι μεταφυσικές τους αναζητήσεις συνέχισαν να τους απασχολούν επί του απολύτως φυσικού. Κάθε απόγευμα μετά τη δουλειά, θα βρίσκονταν στο Club 36, που μετά βίας άντεχε πλέον το βαλάντιό τους, αλλά που τιμούσαν μολαταύτα για λόγους ηθικής υποχρέωσης. Θα πίνανε τις τεκίλες και τις μπύρες τους και μετά θα αποσύρονταν στο διαμέρισμα των κοριτσιών για τα περαιτέρω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Τάκης την είχε καψουρευτεί τη Μαίρη. Αν το καλοσκεφτεί κανείς, μπας κλας ήταν κι οι δυο τους, οπότε τα ταίριαξαν περίφημα. Την πήγαινε μέχρι και βόλτες με το αμάξι. Έρωτας κάτω απ΄το φως του φεγγαριού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σπύρος δε ήταν πάντα υπέρ του μινιμαλισμού, ήτοι των απολύτως απαραίτητων. Ήταν μια τακτική που στη ζωή δεν τον είχε προδώσει ποτέ. Και η Αλίκη φαινόταν να ενστερνίζεται τις αρχές του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέχρι που οι εξελίξεις τον προλάβανε, ένα μεσημέρι που ετοιμαζόταν να σχολάσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Αγάπη μου τί ώρα φεύγεις; Να αρχίσω κι εγώ να ετοιμάζομαι".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σπύρος είχε ψελλίσει μια ώρα κι είχε κατεβάσει το ακουστικό μουδιασμένος. Έφερε τις λεξούλες βόλτες στους λαβυρίνθους του εγκεφάλου του, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν πεισματικά να τις καταπιούν, να τις εξαφανίσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Α γ ά π η μ ο υ;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έπρεπε να το είχε υποψιαστεί. Όταν η Αλίκη του έστελνε μηνύματα στο άσχετο, αθώα φαινομενικά "σε σκέφτομαι και μουσκεύομαι", αλλά με ύποπτη συχνότητα, καμιά φορά και δυο και τρεις φορές μέσα στην ίδια μέρα. Όταν το λεπτό της πνεύμα της σταδιακά αντικαταστάθηκε από έναν χαριτωμένο μέχρι σάχλας παλιμπαιδίζοντα ακκισμό, αδιαμφισβήτητο δείγμα ανθρώπου σε επικίνδυνα συναισθηματικά μονοπάτια. Όταν ο οργασμός της άρχισε να γίνεται επιτακτικός, ζήτημα ζωής και θανάτου, όλα έδειχναν το μοιραίο, αλλά πού να το καταλάβει, πού να το προλάβει ο ηλίθιος, ναρκωμένος καθώς ήταν απ΄τις γενετήσιες οσμές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι πως δεν του άρεσε η Αλίκη. Απλά ο έρωτας δεν ήταν μέρος της συμφωνίας. Όχι πως υπήρχε καμιά συμφωνία στην πραγματικότητα, δε θυμόταν κιόλας, αλλά αυτά τα πράγματα είναι αυτονόητα, καμιά σαραντάρα που σέβεται τον εαυτό της, - γιατί ήταν σαραντάρα σίγουρα, σιγά μην ήταν τριανταέξι μοναχά, όπως του είχε πει – επιστήμων γυναίκα, δεν καψουρεύεται κάποιον σαν αυτόν. Δε γίνεται. Δε γούσταρε να γίνει. Κι αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άρχισε να την αποφεύγει. Διακριτικά στην αρχή, ίσα να λάβει το μήνυμα. Να προφασίζεται υπερωρίες, να μην απαντάει στα μηνύματα. Εκείνη επέμενε πεισματικά – τότε έγινε σαδιστής. Άρχισε να της μιλάει απότομα, άλλαξε αριθμό κινητού και στη δουλειά ήταν πάντα "στο γραφείο του αφεντικού". Βγαίνοντας από τη δουλειά για να πάει σπίτι του κοίταζε τριγύρω, δήθεν αδιάφορα, όμως η καρδιά του χτυπούσε ενοχλητικά δυνατά - κι αυτό του τη βίδωνε περισσότερο. Καμιά φορά την έβλεπε όντως να τον περιμένει κάτω, μέσα στο αμάξι της, και το προφίλ της ήτανε σφιγμένο, κάπως γερασμένο, κι εκεί τον έπιαναν κάτι σαν τύψεις. Και πήγαιναν στο διαμέρισμά της "για τελευταία φορά", έλεγε πάντα στον εαυτό του, και πλέον η μπόχα του οργασμού του προκαλούσε πόνο στο στομάχι και μπούκωμα και καθώς άδειαζε μέσα της του ερχόταν να αδειάσει τα άντερά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μια μέρα του το ξεφούρνισε. "Πρέπει να σου πω κάτι. Είναι σοβαρό".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήρε τηλέφωνο τον Τάκη μέσα σε πανικό. Τον είχε χάσει τις τελευταίες μέρες. Δεν απαντούσε ούτε στο κινητό, ούτε στο σταθερό. Τώρα βρήκε, ο μαλάκας. Τώρα που χρειαζόταν τον φίλο του, οποιονδήποτε, περισσότερο από ποτέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανοίγοντας την πόρτα του Club 36 – εκεί του είχε δώσει η Αλίκη ραντεβού – τον χτύπησε στα ρουθούνια η γνώριμη μυρωδιά. Η γυναικίλα, βαριά όμως αυτή τη φορά, σκληρή κι αδυσώπητη. Ήταν σίγουρος πως είχε τη χλωμάδα του πεθαμένου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι εδώ. Δεν ακουγόμαστε. Πάμε κάτω».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την ακολούθησε στα σκαλιά, κάτω από τους ήχους της μουσικής, όπως το πρόβατο που πάει στη σφαγή. Το ένιωθε. Το ήξερε. Και το γεγονός ότι το ήξερε και δεν έκανε τίποτε για να αποτρέψει το μοιραίο του προκαλούσε αφάνταστη ανακούφιση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν μόνο εικοσιεφτά χρονών. Είχε όνειρα για τη ζωή. Τη ζωή του. Είχε κάνει ένα λάθος. Που σύντομα θα πλήρωνε. Το ήξερε. Δεν έκανε τίποτε. Απλά ακολουθούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έφτασαν στην κάτω αίθουσα, μπήκαν από μια κρυφή πόρτα από τις τουαλέτες. Έκανε ψύχρα και είχε μυρωδιά μετάλλου. Όπως το φανταζόταν. Ήταν το ιδανικό μέρος για τέτοιες περιστάσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Αλίκη τον κοίταξε κατάματα.&lt;br /&gt;«Είμαι έγκυος. Περιμένω το παιδί σου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ναι, φυσικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ούτε να το σκέφτεσαι».&lt;br /&gt;«Το παιδί σου…»&lt;br /&gt;«Μου είχες πει πως έπαιρνες προφυλάξεις. Με εξαπάτησες. Ούτε να το σκέφτεσαι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήξερε. Το περίμενε. Γι’ αυτό όταν άκουσε την πόρτα πίσω του να ανοίγει ξανά, κι άκουσε ήχους από τακούνια, πολυάριθμα τακούνια, κι η μυρωδιά μέσα στην κρύα αίθουσα άρχισε να γίνεται σταδιακά πνιγηρή, από βαριά αρώματα [και αίμα], δεν ένιωσε καμία έκπληξη. Περίμενε στη θέση του, έως ότου τον περικύκλωσαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν μια όμορφη γυναίκα που άρχισε να μιλά. Άψογα μακιγιαρισμένη, με πρόσωπο καθαρό και μάτια διαπεραστικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Φαίνονται τόσες οι επιλογές, όταν είσαι νέος. Καριέρα, οικογένεια, αυτονομία, συντροφικότητα. Αρχικά τα θες όλα μαζί. Στο τέλος βολεύεσαι με αυτό που δημιουργείς στο μυαλό σου. Αν έχεις φαντασία, δηλαδή. Αλλιώς, με το τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο Club 36 προσπαθήσαμε τουλάχιστον να συμφωνήσουμε στα βασικά. Συνέλαβα την ιδέα για τη δημιουργία του κλαμπ την ημέρα των 36ων γενεθλίων μου. Ναι, μου αρέσει να δημιουργώ συμβολισμούς. Κι όλες εδώ στο κλαμπ είμαστε άνω των τριάντα …πέντε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είμαστε πετυχημένες γυναίκες με την επικρατούσα έννοια. Μας βλέπει κανείς και μας φοβάται. Η ξυπνάμε το ένστικτο του σαδιστή. Τόσο αυτάρκεις, τόσο απελευθερωμένες. Και θέλει να μας υποτάξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτό ακριβώς θέλουμε κι εμείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιες το πέτυχαν αυτό. Ξέρεις, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά. Και διαγράφτηκαν από το κλαμπ. Αυτό αποτελεί μεγάλη επιτυχία ξέρεις. Δεν υπάρχει φόβος να ζημιωθούμε απ΄τις συνδρομές - τα νέα μέλη καταφθάνουν με καλπάζοντες ρυθμούς. Θα ήμουν πολύ ευτυχισμένη να ήξερα κάποτε πως δε θα υπήρχε ούτε μία από μας. Φιλοδοξία μου κάποτε να κλείσει το κατάστημα, να κρεμάσω ένα πανώ «Πωλείται» και να αποσυρθώ στην εξοχή με την οικογένεια που εύχομαι κάποτε να αποκτήσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην πραγματικότητα, ο σκοπός του κλαμπ είναι πιο ταπεινός και στο πλαίσιο του εφικτού. Είναι απλά η μητρότητα για τις γυναίκες του περιθωρίου. Ναι, εμάς ακριβώς εννοώ. Ξέρεις, ο άντρας ο σωστός είναι λαχείο. Το παιδί, από την άλλη, δε σε εγκαταλείπει ποτέ. Και μετά από τα τριάντα πέντε στενεύουν τα περιθώρια. Έτσι φτιάξαμε αυτόν τον ευχάριστο χώρο, να μαζευόμαστε και να προσεγγίζουμε νέους υγιείς σπερμοδότες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αρχίζεις και καταλαβαίνεις;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ηταν παραπάνω από σαφές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Κάποιες είναι ολιγαρκείς. Είναι τα μέλη μας που πλησιάζουν νέους σαν εσένα, τρυγάν και φεύγουν. Και οι δότες δεν το μαθαίνουν ποτέ. Κάτι τέτοιο θα είχε επιπλοκές, όπως φαντάζεσαι.&lt;br /&gt;Είναι κι άλλα μέλη μας με παράλογες απαιτήσεις. Όπως η Αλίκη μας, αυτή που σε συντρόφεψε τους τελευταίους μήνες. Η Αλίκη λοιπόν, δεν ήθελε μόνο το παιδί σου. Ήθελε κι εσένα. Κανονικά θα έπρεπε να τιμωρηθεί υποδειγματικά για την πλεονεξία της. Αλλά κάτι τέτοιες μικρές παρασπονδίες, είναι που μας βγάζουν από τη ρουτίνα μας. Μας προσφέρουν ένα είδος ψυχαγωγίας, καταλαβαίνεις μάλλον ήδη τι εννοώ».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε καταλάβει, ναι. Είχαν βγάλει λοστούς, μαχαίρια και σχοινιά και ο κλοιός στένευε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ουσιαστικά δεν έχουμε κι άλλη επιλογή, γιατί τώρα γνωρίζεις. Όπως έμαθε κι ο φίλος σου ο Τάκης. Φαινόταν τόσο ερωτευμένος με τη Μαίρη, κι όμως η αντίδρασή του στο θέμα του παιδιού ήταν όμοια σχεδόν με τη δική σου. Η καημένη η Μαίρη έπεσε απ΄τα σύννεφα. Επέμενε να τον αναλάβει προσωπικά. Το παρατράβηξε βέβαια και μετά η καθαρίστρια διαμαρτυρόταν, δε βγαίνουν κι εύκολα τα αίματα, ειδικά όταν ολόκληρη η αίθουσα θυμίζει σφαγείο…αλλά είναι κάποια πράγματα τα οποία τελικά δικαιούται κανείς. Δε συμφωνείς;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μας παγιδέψατε εξαρχής. Και μιλάτε για δικαιοσύνη;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Στην πραγματικότητα όχι, νεαρέ. Η ζωή είναι άδικη. Για όλους μας».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που άκουσε.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-5627912478146397085?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/5627912478146397085/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=5627912478146397085' title='15 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5627912478146397085'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5627912478146397085'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2008/04/club-36.html' title='Club 36'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>15</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-1698878086962852195</id><published>2008-02-27T11:27:00.002+02:00</published><updated>2008-02-27T11:37:09.799+02:00</updated><title type='text'>Καπνός και άλλα</title><content type='html'>Ηταν ένας άντρας που μύριζε καπνό. Το πουκάμισο, το παντελόνι του, το πανωφόρι που δεν άλλαζε ποτέ. Οι πόροι του, τα χέρια του που ακουμπούσε στα τραπέζια, τα χαρτομάντηλα που φύσαγε τη μύτη του. Σκανδαλισμένες αέριζαν οι νοικοκυρές τα πετσετάκια τους για να φύγει η καπνίλα, μόλις έφευγε. Οι πιο προκομμένες βάζαν τις κουρτίνες στο πλυντήριο. Οπως ήταν επόμενο, δεν τον καλούσαν δεύτερη φορά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ηταν μια γυναίκα που δε μύριζε. Κι όταν λέμε δε μύριζε, εννοούμε δε μύριζε καθόλου. Σαφώς ήταν παντού ευπρόσδεκτη. Ολοι προσφέρονταν να της δανείσουν λίγη από τη μυρωδιά τους. Κι εκείνη, για να μη φανει ακατάδεκτη, έπαιρνε λίγο απ΄όλους στο μαντηλάκι της. Οταν έφτανε στο σπίτι, πετούσε το μαντηλάκι στα σκουπίδια πιάνοντάς το απ΄την άκρη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποτε συναντήθηκαν, τόσο τη συνεπήρε η καπνίλα, τη χτύπησε στο κεφάλι, κατά το κοινώς λεγόμενο, που τον πήρε από πίσω. Αμάθητη. Ηταν η συμβίωσή τους αρμονική, χωρίς πολλά τινάγματα. Κάπως ρετρό άλλωστε τα πετσετάκια στα τραπέζια, δείγμα φτωχού γούστου οπωσδήποτε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οπως συμβαίνει πάντοτε σε τέτοιες ιστορίες, κάποτε βγήκε η γυναίκα στο μπαλκόνι. Ηταν μια νύχτα ξάστερη κι ο αέρας καθαρός. Σαν κάτι να θυμήθηκε, με ένα σάλτο εκτινάχτηκε στο στύλο της ΔΕΗ. Δεν την ξαναείδε από τότε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βλέπω τη γυναίκα που και που στις συγκεντρώσεις, να μοιράζει το άρωμά της σαν αντίδωρο. "Μη σπρώχνεστε, όλοι θα πάρετε". Αρωμα με τελείωμα καπνού που σαν το μυρίσεις φέρνει δάκρυ.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για τον άντρα που δεν καλούσαν πουθενά, δεν ξέρω.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-1698878086962852195?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/1698878086962852195/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=1698878086962852195' title='8 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1698878086962852195'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1698878086962852195'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2008/02/blog-post_27.html' title='Καπνός και άλλα'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-1078596263745670320</id><published>2008-01-17T21:50:00.001+02:00</published><updated>2009-04-01T15:13:29.556+03:00</updated><title type='text'>Τα πάθη της Ευρυδίκης</title><content type='html'>Η Ευρυδίκη είναι μια όαση μέσα στην έρημο του Λυκοχωρίου. Δέρμα πάλλευκο, μάτια μαύρα σαν το κάρβουνο και ύφος σα να την μπουκώνουν ξινισμένο τραχανά. Αφιχθείσα από την πόλη, όχι και τόσο άρτι. Εβγαλε γαλλική σχολή θηλέων, έκανε πιάνο, πήρε το πτυχίο της γαλλικής φιλολογίας κι έγινε μια δεσποινίς με φόντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ηταν ακριβώς οι όρκοι που είχε δώσει η μαμά στον εαυτό της, μετά την πρώτη νύχτα γάμου. Τη νύχτα του βιασμού της, σύμφωνα με τα Απόκρυφα, αν και δε θα μπορούσε κανείς να τον αποκαλέσει έτσι ακριβώς - μάλλον ανυπομονησία εκ μέρους του μπαμπά και χονδροκοπιά. Μα λίγο βοηθά η αντικειμενικότητα, η επιείκεια, στο να διάγει κανείς ζωή μεστή νοήματος. Το νόημα της ζωής της μαμάς της Ευρυδίκης ήταν να βασανίζει έκτοτε τον άντρα της: Ευφροσύνη βαφτίσαν τη μικρή, σαν την πεθερά, Ευρυδίκη τη ματαβάφτισε η μαμά, σαν γύρισαν στο σπίτι. Και τη στέρησε απ΄τον πατέρα της δεκατρία χρόνια ολόκληρα, στέλνοντάς την εσώκλειστη στη θεία της στην πόλη. Εσώκλειστη, ναι, η θεία ήταν γεροντοκόρη και κρατούσε την ανηψιά της μακριά απ΄τη βρωμιά του κόσμου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα τελευταία χρόνια η Ευρυδίκη ζει στο πατρικό της. Κανείς πια δεν τα μετρά. Σηκώνεται κάθε πρωί στις εφτά. Κάνει την πρωινή της γυμναστική. Βάζει Νιβέα. Τρώει δυο φρυγανιές με μέλι. Μετά κλείνεται στο δωμάτιό της. Τί κάνει τόσες ώρες σε εκείνο το δωμάτιο, κανείς δεν πρόκειται να μάθει. Ισως τα Σάββατα, το ύφος της να μπουκώνει πιότερο. Είναι η μέρα που αδειάζει το βάζο με το γλυκό περγαμόντο, η μέρα που ο μπαμπάς σφίγγεται μέσα στο κοστούμι του το γαμπριάτικο, η μέρα που λήγει με τις οιμωγές της μαμάς πίσω από την κλεισμένη πόρτα. &lt;em&gt;Ολόκληρος στρατηγός ήρθε να σε δει κι εσύ ούτε ξεμύτησες. Ούτε τον καθηγητή καταδέχτηκες, ούτε τον τραπεζικό. Τριάντα χρονών γαϊδούρα και σε ταϊζω, τί τριάντα, τριάντα-μην-τα-λέμε, ποιός θα σε νοιαστεί σαν κλείσω τα μάτια; &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μετά έρχεται η Κυριακή. Μέρα Θεού, χαρά Θεού για τους συντοπίτες της, όταν η Ευρυδίκη βγαίνει με μαύρη φούστα εφαρμοστή, μπλούζα με βε και τσεμπέρι, για να πάει στην εκκλησιά. Λίγο κρατάει το όραμα, όσο να διασχίσει το προαύλιο, να προσκυνήσει τις άγιες εικόνες, να φιλήσει το χέρι του παπά και να χαθεί γρήγορα γρήγορα στον γυναικωνίτη - αλλά η αύρα της ακαταδεξιάς της μένει ξωπίσω πνιγηρή να ζαλίζει ό,τι μπαίνει στο πεδίο της σαν άρωμα της φτήνιας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ναός του Αγίου Δημητρίου είχε μερακλή αγιογράφο. Τις αγιογραφίες του κυρίως ναού τις έβγαλε διαδικαστικά, στον γυναικωνίτη όμως έβαλε όλη του την τέχνη. Το εκλεκτό κοινό του γυναικωνίτη έχει τη μοναδική δυνατότητα να παρακολουθεί, να συγκλονίζεται και να συμπάσχει με τα πάθη των αγίων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Αγία Αικατερίνα γυρνά στον τροχό που κομματιάζεται. Η Αγία Παρασκευή βράζει στο καζάνι με βλέμμα στραμμένο προς τα ουράνια. Η κεφαλή της Αγίας Βαρβάρας με το φωτοστέφανο κυλά στον λόφο, με μια μοναδική απόδοση αβίαστης κίνησης, ενώ ο δήμιος με αγριωπό, αντρίκειο βλέμμα ξεκουράζει στο βωμό τη ματωμένη του χατζάρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάποιος λόγος θα υπάρχει που όλες τους ήσαν γυναίκες. Η Ευρυδίκη απλώς κλείνει τα μάτια. Θυμάται εκείνο το μικρό βιβλίο από την αίθουσα μελέτης των καθολικών κοριτσιών, τότε που την έπιασαν να αντιγράφει και την κλειδώσαν τιμωρία. Η ιστορία μιας μικρής ορφανής. Μιας μικρής αγίας επί της γης που τράβαγε τα πάνδεινα απ΄τον ακόλαστο πατριό της. Μόνο μια σκηνή θυμάται καθαρά, που με μία αφορμή - μα τέτοιες σκηνές χρειάζονται τάχα αφορμές; - o αγροίκος μαστίγωσε τη μικρή αλύπητα. Και δεν την μαστίγωσε στην πλάτη, αλλά από μπροστά! Απορούσε η Ευρυδίκη, ποιός άρρωστος νους να συλλάμβανε τέτοιες ιστορίες, να διαβάζουν τα μικρά παιδιά και να ταράζονται. Μετάνοιωσε που δεν πήρε μαζί της τότε το βιβλίο. Τώρα πια δε θυμόταν ούτε τίτλο, ούτε συγγραφέα, ήταν αδύνατο στ΄αλήθεια να το βρει ξανά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε έκσταση θύμησης βρισκόταν, σαν την αντίκρυσε ο Αρίστος τη μέρα εκείνη. Είχε φάει την εκκλησία να βρει την κόρη του - την είχε σύρει απ΄τα μαλλιά για εξομολόγηση και θεία μετάληψη. Μετάληψη ήδη έπαιρνε η μικρή στα βρωμοσόκακα και στις τουαλέτες του σχολείου απ΄τον Σάββα και είχαν γίνει ρόμπα οικογενειακώς στο χωριό και στα καφενεία. Ο πατέρας δεν ηρέμησε ούτε όταν πέτυχε τον εραστή στον δρόμο και τον έσπασε στο ξύλο. Πρέπει να μπει ο Χριστός στο σπίτι, ούρλιαζε η γυναίκα του, και δεν του πήγαινε να της αντιτάξει ότι η τσουλαρία είναι κληρονομική και μή ιάσιμη. Τον παρηγορούσε απλώς το ότι η κόρη έθετε από νωρίς υψηλότερα τον πύχη απ΄τη μάνα της - ο Σάββας ήταν ο πρόεδρος του δεκαπενταμελούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστόσο, σύντομα η αμαρτωλή την είχε κοπανήσει χωρίς να γίνει αντιληπτή. &lt;em&gt;Ετσι και τη βρω, θα τη σκίσω&lt;/em&gt;, μονολογούσε ο Αρίστος, οργώνοντας την εκκλησία, σπρώχνοντας τον κόσμο και μπουκάρωντας ακόμα και στο ιερό. Πουθενά. Στο τέλος θυμήθηκε τον γυναικωνίτη. Πώς τον θυμήθηκε, εκεί δεν πήγαινε ποτέ κανείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οταν ανέβηκε το τελευταίο σκαλί μόλις που πρόλαβε να πνίξει μια κραυγή έκπληξης. Γιατί η μαύρη στενή φούστα βαρυγκομούσε απ΄το τέντωμα, εκεί ψηλά στα μπούτια, και το νευρώδες χέρι δοκίμαζε τις αντιστάσεις της ακόμα περισσότερο, καθώς η Ευρυδίκη το βύθιζε με μανία ανάμεσα στα σκέλια της, ολοσόβαρη φυσικά, με έκφραση κατάνυξης, κοιτάζοντας ίσια μπροστά την αναπαράσταση του μαρτυρίου του τροχού. Ο Αρίστος αμίλητος κατέβηκε πάλι κάτω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για το καλό της Ευρυδίκης, ο Αρίστος ήταν τάφος. Το μόνο που έκανε ήταν που την παραφύλαξε σαν γύριζε στο σπίτι μετά τη λειτουργία. Την κόρη του την βρήκε πια το απόγευμα, σαν γύρισε στο σπίτι. Ομως δεν την μάλωσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι Κυριακές έρχονται στο Λυκοχώρι, η μια μετά την άλλη. Μέρα Θεού, χαρά Θεού. Χαρά και η Ευρυδίκη που δεν χάνεται πια στον γυναικωνίτη μοναχή της. Σχεδόν δεν πατάει πια καθόλου εκεί. Το ύφος της έχει γίνει πιο καταδεχτικό. Σχεδόν την περικλείει το φωτοστέφανο της καλοσύνης. Μέχρι που πιάνει ψιλή κουβέντα με τις άλλες κυρίες. Μόνο το βάζο με το περγαμόντο αδειάζει μάταια, περιμένοντας τον γαμπρό. Αλλά αυτό δεν πειράζει πια και τόσο. Η Ευρυδίκη έχει βρει την ευτυχία της στην οδό του Κυριακάτικου μαρτυρίου, όταν ο Αρίστος τη βάζει στα τέσσερα και την ξεσκίζει, &lt;em&gt;και δεν το λεγες βρε κοπελιά τόσο καιρό πως ήθελες ν' αγιάσεις&lt;/em&gt;, της λέει ίσως γλυκά, όταν με αγριωπό, αντρίκειο βλέμμα ξεκουράζει πάνω της την ματωμένη του...χατζάρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε που χωρίζουν, πώς της φαίνεται, σα να ακούει ψαλμωδίες από ψηλά.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-1078596263745670320?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/1078596263745670320/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=1078596263745670320' title='13 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1078596263745670320'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1078596263745670320'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2008/01/blog-post.html' title='Τα πάθη της Ευρυδίκης'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>13</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-8257337682176367287</id><published>2007-12-03T16:39:00.000+02:00</published><updated>2007-12-05T11:26:16.087+02:00</updated><title type='text'>Το κουτάβι</title><content type='html'>Ήταν μεσημέρι του καλοκαιριού και οι πέντε φίλοι, με τις πετσέτες στον ώμο, γύριζαν  απ΄τη θάλασσα σπίτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιώργος έλεγε αστεία, ως συνήθως. Η Στέλλα δίπλα του χαχάνιζε. Ψηλός κι ανοικονόμητος, έσκυβε κάπου κάπου να της πει στο αυτί. Μπροστά πήγαινε ο Άκης ρητορεύοντας και πίσω του η Μάγια ν' ακούει με προσήλωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο τέλος πήγαινε ο Κώστας. Ξεχώριζε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Ξανθός μέσα στους μελαχρινούς, με φακίδες και δέρμα τσουρουφλισμένο σαν του αστακού. Μύτη μπλαστρωμένη με κρέμα με SPF32. Περπάτημα βαριεστημένο μονίμως. Παλιά τον περίμεναν να τους φτάσει. Τώρα δεν κάναν πια τον κόπο. «Αστονα, άμα θέλει, θα ξεκουνηθεί».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;'Ηταν περίεργος ο Κώστας. Δε μίλαγε πολύ. Φόραγε συνέχεια γουόκμαν. 'Ηξερε όλες τις νέες μουσικές τάσεις. Εγραφε σιντί σε όλη την παρέα. Έτσι συντηρούσε την επαφή του με τον κόσμο τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο δικός του ο κόσμος προσπαθούσε να συγχρονίσει το βήμα του με εκείνο του Άκη. Τον κόσμο του τον λέγαν Μάγια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την αγαπούσε από την πρώτη γυμνασίου. Φέτος την είχε στο θρανίο απέναντι μπροστά. Την κοίταζε την ώρα που έγραφαν διαγώνισμα. Λάτρευε τις μέρες που φορούσε την κοντή, πλισέ φουστίτσα. Καμιά φορά τα βλέμματά τους διασταυρώνονταν: όταν εκείνη κοίταζε πίσω, προσπαθώντας να διακρίνει τον Άκη που καθόταν με την παλιοπαρέα γαλαρία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια φορά τον άφησε να της πιάσει το χέρι. Όταν επιστρέφοντας από απογευματινό καφέ περπατάγανε δίπλα στις ράγες, όπως τώρα. «Η τώρα ή ποτέ», είχε πει από μέσα του. Απέξω του δεν είπε τίποτα. Ένιωσε το χέρι της ζεστό, όχι ακριβώς ψόφιο, μια λαβή μάλλον ευγενείας. Την επόμενη μέρα στο σχολείο του είπε καλημέρα, γρήγορα-γρήγορα, και μετά έπιασε την κουβέντα με τη διπλανή της. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περίεργος ο Κώστας. Σφύριζε κι έπαιζε κουτσό σε αόρατα τετράγωνα στο χώμα. «Θα ρθείς καμια φορά, ρε μαλάκα;». Σπίτι κλεινόταν στο δωμάτιό του. Η μάνα του του έφερνε πορτοκαλάδα για να τον βλέπει και λιγάκι. Δεν είχε λόγους ν’ ανησυχεί, κατά τ’ άλλα. Ο Κώστας ήταν άριστος μαθητής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιώργος κοίταζε τη  Στέλλα κι εκείνη κοίταζε τον Γιώργο. Φούρναρης ο μπαμπάς του Γιώργου, με λεφτά. Καλό κορίτσι η Στέλλα, με γονείς νοικοκυραίους. Μέλλον εξασφαλισμένο. Θα ‘καναν δύο και τρία παιδιά και θα τα στέλνανε φροντιστήρια και μπαλέτο. Εξωτερικό για σπουδές. Η Στέλλα ροδοκόκκινη και στρουμπουλή πίσω απ΄το ταμείο κι ο Γιώργος να μοιράζει κάθε ψωμί με αστείο. Κάθε βράδυ, θα του έτριβε τα πόδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Άκης κοίταζε μπροστά και η Μάγια κοίταζε τον Άκη. Ο Άκης θα έκανε οτιδήποτε. Η τίποτα απολύτως. Θα μπορούσε να γίνει μέχρι και πολιτικός. Η αλήτης, να ρητορεύει στον τοίχο. Μπορεί και να τον κάνανε τραγούδι. Δεν πλήττει η ζωή ποτέ με τύπους σαν τον Άκη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Μάγια. Η Μάγια. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ρε, τι ειν’ αυτό, σκυλί;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν της σκύλας του Διομήδη που έμενε πιο κάτω. Ο Διομήδης ήταν για τα σίδερα. Είχε ορμήξει με την καραμπίνα μες στο καφενείο τις προάλλες «Ποιος πούστης γκάστρωσε την κόρη μου;». Η σκύλα του ήταν βέρο γερμανικό ποιμενικό. Για να την αγοράσει, είχε δώσει του κόσμου τα λεφτά. Μέχρι στην πρωτεύουσα την πήγε για να τη διασταυρώσει. Κι όμως όλα τα κουτάβια της γέννας βγήκανε με μύτη σουβλερή. Οι συμφορές της ζωής του Διομήδη, οι αδέσποτοι που πέρναγαν τα συρματοπλέγματα και γκαστρώνανε, κόρες και σκύλες μαζί. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αχου, καλέ, τι γλυκούλι που είναι!»&lt;br /&gt;«Τι κάνει το μαλακισμένο στις ράγες; Έρχεται το τρένο!».&lt;br /&gt;«Αχ, κάποιος να το πάρει από κει!»&lt;br /&gt;«Ε, σκυλάκι! Ψιτ, ψιτ!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Γιώργος κοίταξε τη Στέλλα. Η Στέλλα κοίταξε τον Γιώργο. Η Μάγια κοίταξε τον Άκη. Ο Άκης κοιτούσε το κουτάβι. Ο κύβος ερρίφθη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε βιάστηκε ούτε και τότε. Βαριεστημένα, νωχελικά κατέβηκε ο Κώστας την πλαγιά. Πλησίασε το κουτάβι και το πήρε αγκαλιά. Εκείνο κουλουριάστηκε στο χέρι του σαν χνουδωτή, καφέ μπαλίτσα. «Τί είναι μωρέ, τί είναι;», του έκανε τρυφερά, με μωρουδίστικη φωνή. Τίναξε μια τρίχα που του κόλλησε στην μπλούζα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μαλάκα, το τρένο, φύγε!!!»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περίεργος ο Κώστας. Δεν κοίταξε ούτε μια φορά πάνω, να δει στα μάτια της τον τρόμο, την έγνοια της. Τέτοιες νίκες, δεν τις ήθελε.  &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ζωή του είχε γράψει να γίνει συγγραφέας. Θα γινόταν πετυχημένος, παραδόξως. Θα έκανε ταξίδια, θα τον καλούσαν σε διαλέξεις. Δε θα πήγαινε επικαλούμενος αγοραφοβία. Θα έγραφε ξορκίζοντας το φάντασμα της Μάγιας, που θα έλιωνε σιγά σιγά σαν το κερί δίπλα σε σύζυγο αναγκαίο, διαβάζοντας ρομάντζα με ήρωα έναν Άκη. Και θα λιωνε κι αυτός μέσα στην επιτυχία και στον κυνισμό του. Αυτήν δεν θα μπορούσε να τη σώσει απ΄το μέλλον της. Τον εαυτό του όμως, ναι. &lt;br /&gt;  &lt;br /&gt;Έτσι ο Κώστας ο περίεργος, ο Κώστας ο αμίλητος, έγινε κυρίαρχος του πεπρωμένου του, όταν στάθηκε πάνω στις ράγες περιμένοντας ακίνητος. Μόλις που πρόλαβε ν’ ακούσει το κλαψούρισμα του κουταβιού που πέταξε τελευταία στιγμή στην άκρη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-8257337682176367287?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/8257337682176367287/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=8257337682176367287' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/8257337682176367287'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/8257337682176367287'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/12/blog-post.html' title='Το κουτάβι'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-6705260955486383595</id><published>2007-11-28T16:47:00.000+02:00</published><updated>2007-12-13T14:25:18.543+02:00</updated><title type='text'>Ragnarok (Tελευταίο Mέρος)</title><content type='html'>Της έβαζε στο στόμα το τσιγάρο. Την άφηνε να πάρει μια βαθιά τζούρα. Το έβγαζε.&lt;br /&gt;Της έβαζε ξανά στο στόμα το τσιγάρο. Περίμενε. Το έβγαζε ξανά. Και μετά πάλι απ΄την αρχή.&lt;br /&gt;Είχε πάρει τη θέση της στην καρέκλα και την κρατούσε στα γόνατά του σαν κούκλα Αγκαλίτσα. Μετά από μία σεκάνς γρυλισμάτων, διαολοσταλσιμάτων κι ασυνεννοησίας, όλων των μικρών αυτών πραγμάτων που στεριώνουν μια φιλία, είχαν αναπτύξει κώδικα επικοινωνίας που έμοιαζε περίπου με τιτίβισμα. Και πήγε κάπως έτσι:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τώρα, τί; Θα με βάλετε σε γυάλα; «Η γυναίκα-μπονσάι»»;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο «Λάμπρος» γέλασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι. Τώρα θα πεθάνεις».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι βγάζεις βόλτα το σκύλο νυχτιάτικα; Θα σου επιτεθεί κανας ανώμαλος και…» «Μπα...»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν έχει σημασία, αγάπη μου. Ποτέ δεν είχε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θα μου λείψεις πάντως»&lt;br /&gt;«Κι εμένα»&lt;br /&gt;«Σε πρόσεξα, να ξέρεις. Η καλύτερή μου δουλειά. Καθαρές τομές. Τίποτα να περισσεύει. Νομίζω.».&lt;br /&gt;«Ξέρω. Σ’ ευχαριστώ και για το μπάνιο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παύση. Τζούρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τα δαχτυλάκια σου τα κράτησα – για να σε θυμάμαι»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παύση – μέχρι που να κατεβεί ο κόμπος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Το τσιγάρο τελείωσε».&lt;br /&gt;«Ναι, είναι ώρα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήγε να φέρει το πριόνι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Φτου γαμώτο»&lt;br /&gt;«Χάλασε;;;»&lt;br /&gt;«Όχι. Γαμώτο. Έπρεπε να σου άφηνα ένα χέρι.»&lt;br /&gt;«Γιατί;»&lt;br /&gt;«Δεν ξέρω. Μήπως ήθελες να στο κρατάω»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την ώρα που πλησίαζε στη δίνη, είδε την πλάτη του αγαπημένου της σκυφτή, είδε τον πατέρα της να εξαφανίζεται σε ένα ασανσέρ, σε μία πράσινη σακούλα με φερμουάρ, είδε τον εαυτό της να μονολογεί απελπισμένα για κάποιον που ήταν μακριά για να ακούσει. Κι ένιωσε τη ζέστη, μετά σαν επιθανάτιο σπασμό την ευτυχία, όταν το κεφάλι της ξεκόλλησε, κι ήρθε να κυλίσει λίγο μπροστά απ΄την καρέκλα της.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-6705260955486383595?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/6705260955486383595/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=6705260955486383595' title='3 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/6705260955486383595'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/6705260955486383595'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/11/ragnarok_28.html' title='Ragnarok (Tελευταίο Mέρος)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>3</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-1953425604671284163</id><published>2007-11-27T09:03:00.000+02:00</published><updated>2007-12-13T14:45:06.220+02:00</updated><title type='text'>Ragnarok (Μέρος Δ)</title><content type='html'>&lt;strong&gt;Πρόσωπα – κατ’ ευφημισμόν - δράματος:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεξί χέρι&lt;br /&gt;Αριστερό χέρι&lt;br /&gt;Κομμένο δεξί πόδι&lt;br /&gt;Κομμένο αριστερό πόδι&lt;br /&gt;Η κυρά&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Δ.Χέρι : Ευτυχώς τα ξεφορτώθηκε. Καιρός ήταν.&lt;br /&gt;Α.Χέρι : Εχμ, ναι, αλλά μη θριαμβολογούμε στον πόνο του άλλου [μίλα σιγότερα, μας ακούν].&lt;br /&gt;Κ.Δ.Πόδι. : Έννοια σας και σας είχαμε καταλάβει τι μουλωχτά τομάρια είστε.&lt;br /&gt;Κυρά : Ησυχία, προσπαθώ να κοιμηθώ.&lt;br /&gt;Α.Χέρι : Η κυρά εμίλησε.&lt;br /&gt;Κ.Α.Πόδι : Δε θ΄αργήσει κι αυτή να καταλάβει το ποιόν σας.&lt;br /&gt;Δ.Χέρι : Δε σας αδικώ που ζηλεύετε. Κατανοητό στην κατάστασή σας.&lt;br /&gt;Α.Χέρι : Θα μένατε, θαρρούσατε, γερά για πάντα.&lt;br /&gt;Δ.Χέρι : Μέσα στην έπαρση και στο σφυροκόπημα.&lt;br /&gt;Α.Χέρι : Αμ πού το πας αυτό - ηρέμησε επιτέλους το κεφάλι μας.&lt;br /&gt;Κ.Δ.Πόδι : Κι όμως, της προσφέραμε το άλας της ζωής.&lt;br /&gt;Κ.Δ.Πόδι : Υγεία, ευεξία.&lt;br /&gt;Κ.Α.Πόδι : Τις χαρές της στιγμής.&lt;br /&gt;Κ.Δ.Πόδι : Ρυθμικά κουνιόμασταν στην μουσική της.&lt;br /&gt;Κ.Α.Πόδι : Σφιχταγκαλιάζαμε τα σκέλια του εραστή της.&lt;br /&gt;Δ.Χέρι : Θεοί, οποία ποταπότης.&lt;br /&gt;Α.Χέρι : Εμπόδια μόνο φέρνατε στην πρόοδό της.&lt;br /&gt;Δ.Χέρι : “Πήγαινε εδώ, πήγαινε κει, πήγαινε παραπέρα»&lt;br /&gt;Α.Χέρι : Την ώρα που θα έπρεπε να γράφει.&lt;br /&gt;Δ.Χέρι : Μια ζωή ξένων υπηρέτες.&lt;br /&gt;Α.Χέρι : Την ώρα που θα πρεπε να γράφει.&lt;br /&gt;Κυρά : Ρε θα σκάσετε καμιά φορά να ηρεμήσω;&lt;br /&gt;Δ.Χέρι : Θα είσαι ήρεμη κυρά. Είμαστε εδώ εμείς για σένα.&lt;br /&gt;Α.Χέρι : Της δώσατε στιγμές, της δίνουμε συνέχεια.&lt;br /&gt;Δ.Χέρι : Ησαστε φως, είμαστε σκότος.&lt;br /&gt;Α.Χέρι : Στο σκότος είναι που γεννιούνται τα έργα.&lt;br /&gt;Δ.Χέρι : Απ΄τον πόνο και τον θάνατο.&lt;br /&gt;A.Xέρι : Είμαστε θάνατος και θριαμβεύουμε επάνω στις τομές σας.&lt;br /&gt;Δ.Χέρι : Φέρνουμε δόξα πάνω στις στιγμές σας.&lt;br /&gt;Κυρά (πλέον εντελώς ξύπνια) : ΠΟΥ ΝΑ ΣΑΣ ΚΟΨΟΥΝ ΚΑΙ ΤΑ ΔΥΟ ΑΠ΄ΤΗ ΡΙΖΑ!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπαίνει &lt;strong&gt;Πριόνι&lt;/strong&gt; στη σκηνή&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πριόνι : Η επιθυμία σας διαταγή.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-1953425604671284163?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/1953425604671284163/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=1953425604671284163' title='4 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1953425604671284163'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1953425604671284163'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/11/ragnarok_27.html' title='Ragnarok (Μέρος Δ)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-2188949651218807227</id><published>2007-11-23T15:16:00.000+02:00</published><updated>2007-12-13T14:26:24.302+02:00</updated><title type='text'>Ragnarok (Μέρος Γ)</title><content type='html'>&lt;strong&gt;Γυναικεία φωνή:&lt;/strong&gt; «Μα τι, λιποθύμησε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Γρύλισμα&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Γυναικεία φωνή:&lt;/strong&gt; «Ξέρετε ότι αυτό που κάνατε απαγορεύεται από τον κανονισμό. Έπρεπε να είχατε διακόψει τη διαδικασία. Η να την συνεφέρνατε και να συνεχίζατε»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Γρύλισμα&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Γυναικεία φωνή:&lt;/strong&gt; «Αυτό είναι το νόημα της διαδικασίας, άλλωστε. Να νιώσει τα πάντα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Γρύλισμα&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Γυναικεία φωνή:&lt;/strong&gt; «Περιμένω να ολοκληρώσετε με πλήρη συμμόρφωση προς τον κανονισμό. Αλλιώς θα υποστείτε τις συνέπειες».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Τίποτα.&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τακούνια όλο νεύρο κατευθύνθηκαν στην πόρτα που άνοιξε κι έκλεισε με έναν γδούπο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αει γαμήσου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε ανακτήσει τις αισθήσεις της από ώρα. Απλά είχε το μούδιασμα. Δεν τολμούσε να κουνήσει τα δαχτυλάκια των ποδιών της πάνω – κάτω. Ίσως να τα ένιωθε σαν αόρατες απολήξεις, ίσως όχι. Τώρα δεν είχε σημασία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σημασία είχε ν’ απαλλαγεί από τη μυρωδιά της αμμωνίας και την υγρασία στο παντελόνι της. Λίγο ακόμα να έμενε καθισμένη και το σύγκαμα ήταν σίγουρο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα πέτσινα λουριά στα χέρια της ήταν προσαρμοσμένα για ένα συνηθισμένο μέγεθος. Όχι για τους δικούς της καρπούς. Είχε αφήσει μια πετυχημένη καριέρα διαρρήκτριας να περάσει από δίπλα της. Λεπτοί καρποί, λεπτά, μακριά δάχτυλα, τα έκανε χωνί και τα έβαζε παντού-τα έβγαζε από παντού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξέχναγες τα κλειδιά στο αυτοκίνητο κι είχες αφήσει στο παράθυρο μια χαραμάδα; Θα κατάφερνε ν’ ανοίξει την ασφάλεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σου έπεφταν τα κλειδιά στο κενό ανάμεσα στο κάθισμα και στο κιβώτιο των ταχυτήτων; Θα κατάφερνε να τα φτάσει και να τα βγάλει.&lt;br /&gt;Κι άλλα πολλά τέτοια ανδραγαθήματα. Ήταν στ’ αλήθεια σπουδαία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε καταφέρει να ξεγλιστρήσει ολόκληρες τις παλάμες της απ΄τα λουριά, με το ελάχιστο γδάρσιμο. Μπροστά της, σε απόσταση, ακούγονταν μεταλλικά εργαλεία να κροταλίζουν. Ήταν σχεδόν σίγουρη ότι ο χειριστής της είχε γυρισμένη την πλάτη. Ένστικτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με το που ξεσκέπασε – επιτέλους – τα μάτια της ήταν το πρώτο πράγμα που είδε και την έκανε ν΄αναπηδήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Λάμπρος!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαφώς δεν ήταν ο Λάμπρος- αλλά του έμοιαζε πολύ. Ο Λάμπρος ήταν ο συντηρητής των φωτοτυπικών του γραφείου. Είχε ένα κεφαλάκι με ξέθωρα μάτια και σώμα προϊστορικού κήτους. Κάθε φορά που περπατούσε βιαστικά, έτρεμαν προγούλια, προκοίλια, προπορεύονταν αυτού, κατά κάποιο τρόπο. Κάθε φορά που την έστελναν για φωτοτυπίες στο υπόγειο, κοίταζε να ξεμπερδέψει το συντομότερο, γιατί καρφωνόταν πάνω της με γλύκα και το βλέμμα του ερωτοχτυπημένου ρινόκερου και της ερχόταν αναγούλα. Όταν πέθανε ο μπαμπάς, της έπιασε το χέρι για να τη συλλυπηθεί.&lt;br /&gt;Χαχα, ήταν ειδική στον αυτομαζοχισμό, ειδικά σε τέτοιες ώρες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα πόδια της χαμηλά ήταν καλυμμένα με γάζες. Καλύτερα. Έλυσε τα λουριά στους αστραγάλους και σηκώθηκε όρθια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν τα πήγαινε άσχημα στο βάδισμα της πάπιας. Προσεκτικά μόνο, μη γλιστρήσει. Το πάτωμα μύριζε Dettol. Τι καλά. Θα μπορούσε όλη μέρα να μαστουρώνει με Dettol. Προλάβαιναν κάθε της επιθυμία. Δεν έβλεπε τίποτα εύκαιρο δίπλα της, να χτυπήσει το τέρας. Έπρεπε να τον βγάλει απ΄τη μέση προτού σκεφτεί πώς θα έβγαινε από το δωμάτιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άξαφνα αυτός γύρισε και την κοίταξε καταπρόσωπο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με τη δύναμη όλου του κορμιού της συσσωρεμένη στον δείκτη και τον μέσο της και με αστραπιαία κίνηση, του κατάφερε το χτύπημα της κόμπρας καρφώνοντας τα δάχτυλά της με τα άκοπα νύχια βαθιά μέσα στις κόρες του. Αυτός ούρλιαξε απ΄τον πόνο κι άρχισε να γυρίζει γύρω γύρω από τον εαυτό του τυφλός και τρελαμένος. Αυτή δεν έχασε καιρό – απ΄το τραπέζι με τα εργαλεία διάλεξε το ηλεκτρικό πριόνι κι έβαλε το καλώδιο στην πρίζα. Με ψυχρότητα κι ακρίβεια χειρούργου έκοψε τα στραβοπόδαρά του στο ύψος του γονάτου, την ώρα που το θύμα της στριφογύριζε, δημιουργώντας φαντασμαγορικούς πίδακες αίματος που άφηνε ευχαρίστως να την πιτσιλίζουν, βάφωντάς την με το χρώμα της εκδίκησης. Όταν το τέρας σωριάστηκε στο πάτωμα σαν κομμένος κορμός δέντρου, προτίμησε το κλασσικό τσεκούρι για το τελειωτικό χτύπημα. Μετά τον τελευταίο του σπασμό μέσα στην γλίτσα του αίματος, η λάμψη του κλειδιού που γλίστρησε από την τσέπη της ποδιάς του, της θύμισε και πάλι το χρώμα της ελπίδας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;R E W I N D………………………………………….&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Ελπίζω να σε φαν οι τύψεις, παπάρα αδελφέ.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τόσα χρόνια πήγαινε ο αδελφούλης της καράτε και δεν της έμαθε ποτέ το χτύπημα της κόμπρας. Αρκετό ξύλο έτρωγε απ’ αυτήν όταν ήτανε μικρός, για να της δίνει νέα όπλα. Η ζωή της όλο ματαιωμένες υποσχέσεις και το χτύπημα της κόμπρας μία από αυτές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καθόταν λοιπόν απλά και τον κοίταζε σαν χάνος. Και μόνο όταν της όρμηξε με ένα γρύλισμα που της έσπασε τα τύμπανα του έριξε μπουνιά στη μύτη που της ξέρανε το χέρι και γονατιά στ’ αρχίδια που δεν κατάλαβε αν βρήκε τ’ αρχίδια ή την πατσοκοιλιά που τα σκέπαζε, μάλλον το δεύτερο, γιατί το τέρας δεν πτοήθηκε καθόλου, τη σήκωσε ψηλά με τις χερούκλες του και την κάθισε πάλι πίσω στον μουσκεμένο κώλο της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;ΣΧΕΔΙΟ Β: «ΜΕ ΤΟ ΚΑΛΟ»&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ξέρω ότι δε θέλεις να το κάνεις και σε αναγκάζουνε. Αυτοί, αυτή που ήταν μέσα προ ολίγου. Σ’ απείλησε, την άκουσα. Θα υποστείς κυρώσεις. Αμελητέα μονάδα είσαι γι’ αυτούς. Σκουπίδι, τίποτα. Κι εσύ στη θέση μου θα βρεθείς στο τέλος, θα το δεις. Βοήθησέ με και θα σε βοηθήσω να ξεφύγεις κι εσύ. Δε μπορεί να θες να ζεις σ’ αυτόν τον εφιάλτη παντοτινά».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένα δίλημμα ζωγραφίστηκε στο μούτρο του προσωπικού της τέρατος. Κοίταζε μια πάνω, μια κάτω. Μια τα χέρια, μια τα πόδια. Κακά χέρια μπουνιά. Κακά πόδια κλωτσιά. Εγώ τιμωρήσω.&lt;br /&gt;&lt;em&gt;ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΧΕΔΙΟΥ Γ : «ΠΙΠΑ»&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;Καθώς έπεσε στα γόνατα, λίγο έλλειψε να τσουβαλιαστεί. Δεν είχε πια δάχτυλα ποδιών που θα προσέδιδαν την απαραίτητη σταθερότητα. Άρχισε να ψάχνει για το φερμουάρ του, αλλά όπως το είχε φανταστεί, ήταν βαθιά βαθιά θαμμένο. Γαμώτο. Να καταλήγεις εκεί απ΄όπου έπρεπε να ξεκινήσεις. Και η προσπάθειά της έγινε πλέον αγωνιώδης, καθώς το τέρας δεν έδειχνε να πιάνει το νόημα – σάμπως του ‘χε ξανατύχει;- κι ήξερε ότι απ΄την ταχύτητά της θα κρίνονταν τα χέρια της, τα πόδια της, το κεφάλι της, η ύπαρξή της. Όμως αυτός την έπιασε ξανά από τα μπράτσα, το βλέμμα του είχε μαλακώσει, και πάλι την κάθισε πίσω. Και πήγε στα εργαλεία του. Διάλεξε το πριόνι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Οκέι. Αφησέ μου όμως τα χέρια μου. Σε παρακαλώ».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η συνέχεια κύλισε χωρίς απρόοπτα. Ούτε εκείνη λιποθύμησε, ούτε εκείνος αναγκάστηκε να παραβεί τον κανονισμό. Ούρλιαζε βέβαια απ’ τον πόνο γιατί οι τομές έγιναν πάνω από τα γόνατά της, απ΄την αηδία για τα αίματα και τη μυρωδιά, αλλά είχε γλιτώσει τουλάχιστον τα χέρια της και μετά του είχε μισοαποσπάσει υπόσχεση (με γρύλισμα) να της κάνει γενική σωματική πλύση με Dettol, πράγμα που την έκανε, αν όχι χαρούμενη – δεδομένων των περιστάσεων –τουλάχιστον ανακουφισμένη.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-2188949651218807227?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/2188949651218807227/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=2188949651218807227' title='4 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2188949651218807227'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2188949651218807227'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/11/ragnarok_23.html' title='Ragnarok (Μέρος Γ)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-2548780784303715777</id><published>2007-11-22T08:28:00.001+02:00</published><updated>2007-12-13T14:26:40.752+02:00</updated><title type='text'>Ragnarok (Μέρος Β)</title><content type='html'>«Θα μου βγάλετε τώρα το μαντήλι; Παρα-κα-λώ;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την έπαιρνε για τουπέ. Είχε ανεχτεί ήδη πολλά. Οι άντρες σα να κοντοστάθηκαν. Σα να συνεννοήθηκαν μεταξύ τους, με τη ματιά. Και με μια ταυτόχρονη απόφαση, την έπιασαν ξανά απ΄τα μπράτσα - την πόνεσαν μάλιστα αυτή τη φορά - και συνέχισαν να την οδηγούν προς τα ενδότερα, ο ένας δεξιά, ο άλλος αριστερά της. Ήταν τόση η επισημότητα της εικόνας, όπως τη φανταζόταν, που της ήρθε να βάλει τα γέλια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα ζώα. Αν ήταν ν’ αντισταθεί, τόση ώρα θα το είχε κάνει. Ήταν φανερά μισθοφόροι, όργανα διεκπεραίωσης. Χάρηκε που δεν αντιστάθηκε. Με τους έξυπνους βρίσκεις άκρη. Μέχρι που σε αφήνουν να τους κοροϊδέψεις - ακριβώς γιατί είναι έξυπνοι. Αυτοί οι ηλίθιοι θα τη σάπιζαν στο ξύλο με το παραμικρό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σκοτάδι μπροστά απ΄το μαντήλι της παρέμενε αδιαπέραστο, καθώς προχωρούσαν στο διάδρομο. Ήταν ένας μακρύς διάδρομος όλο στροφές, σα νοσοκομείου. Και η μυρωδιά θύμιζε νοσοκομείο. Απολυμαντικό, αλλά και μεταλλικό του αίματος. Κάτι τέτοιο. Τα τακούνια τους σφυροκοπούσαν το μάρμαρο - κι ο θόρυβος την έκανε να ταραχτεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε απόγευμα που πήγαινε στο νοσοκομείο, ο πατέρας της την καταλάβαινε από το διάδρομο ακόμα. «Πώς περπατάς έτσι - σαν τον Γιαγκούλα;” Παρά τα δέκα χρόνια μπαλέτο, είχε βαρύ περπάτημα. Δεν το ‘κανε επίτηδες. Όλο έσπαγαν τα τακούνια ή τρωγόταν η σόλα από μέσα. «Τύπος στενάχωρος κι εσωστρεφής», ανωτέρας παπουτσολογίας πορίσματα. Όλο του τάραζε τον ύπνο με το σφυροκόπημα - κι όλο το περίμενε πώς και πώς για να ξυπνήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξαφνικά ήθελε να καταλήξουν κάπου το συντομότερο δυνατόν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν άνοιξαν τη σιδερένια πόρτα, κατάλαβε πως έφτασαν, γιατί έκανε κρύο και μύριζε καθαριότητα υπερβολική και οι κινήσεις τους έγιναν βιαστικές. Kι ένιωσε ζεμάτισμα στο στομάχι και διάθεση να κατουρηθεί πάνω της, όπως εκείνη τη φορά που – όχι ρε, μη μαρτυράς! – όπως τότε λοιπόν ένιωσε, όταν την κάθισαν βίαια σε μια κρύα καρέκλα και της πέρασαν δερμάτινα λουριά σε καρπούς και αστραγάλους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τότε άρχισε να ουρλιάζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γαμημένοι. Καριόληδες. Μουνόπανα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα ντεσιμπέλ της τα ίδια την ξάφνιασαν. Μόνο στιγμιαία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άντε γαμηθείτε. Γαμημένοι, καριόληδες, μουνόπανα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την έλλειψη γκάμας υβρεολογίου ήρθε να υπερκαλύψει με το ολόκορμο τράνταγμά της, σαν η καρέκλα ολόκληρη να πήρε φωτιά κι εκείνη να ‘ταν πύραυλος έτοιμος για εκτόξευση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη τη φορά στη δουλειά. Είχε κλειστεί στο ασανσέρ. Πάλευε με τα κουμπιά, έπαιρνε τους φρουρούς τηλέφωνο από το κινητό, και το μαλακισμένο ήταν συνέχεια κατειλημμένο. Όταν τελικά ανακάλυψαν ότι ο θάλαμος είχε σταθεί μεταξύ ισογείου και πρώτου γύρισαν και τη ρώτησαν με πλήρη φυσικότητα και γνήσια απορία: “Μα καλά, γιατί δε φώναζες;”. Περίμεναν να φωνάξει για βοήθεια, να ουρλιάξει – αν είναι δυνατόν - σαν καμιά κυρα-Κατίνα. Τώρα όμως μπορούσε να ξελαρυγγιαστεί ελεύθερα, να ταρακουνιέται όσο ήθελε, γιατί ήταν βέβαιη πως σε αυτό το μέρος δε θα την άκουγε κανείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχε ανάψει. Το αίμα κόχλαζε στις φλέβες της, έτσι όταν ένα χέρι της έβγαλε τα σπορτέξ με παράταιρη προσοχή και σοβαρότητα κι άρχισε να χαϊδεύει τα πυρωμένα δαχτυλάκια των ποδιών της, ένα ένα, σα να προσπαθούσε να επιλέξει, ήταν σα να περνούσε από πάνω τους ένα κομμάτι πάγος. Ανατρίχιασε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Παλιομαλά-»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αργά κατάλαβε ότι το παγωμένο χέρι με τη δράση αναισθητικού είχε γοργά αντικατασταθεί από τανάλια. Στο τελευταίο της ουρλιαχτό, πριν λιποθυμήσει, ένιωσε να βγαίνουν τα σωθικά της, τα κάτουρα που τόση ώρα συγκρατούσε, όλα ταυτόχρονα με το μεσαίο δαχτυλάκι του αριστερού της ποδιού.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-2548780784303715777?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/2548780784303715777/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=2548780784303715777' title='6 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2548780784303715777'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2548780784303715777'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/11/ragnarok_22.html' title='Ragnarok (Μέρος Β)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-2827424245635186722</id><published>2007-11-19T16:26:00.000+02:00</published><updated>2007-12-13T14:26:56.874+02:00</updated><title type='text'>Ragnarok (Μέρος Α)</title><content type='html'>Το κεφάλι της πονούσε. Το χτύπησε στο άνοιγμα της πόρτας, καθώς οι δύο την τραβούσαν στο πίσω κάθισμα. «Τι βγάζεις βόλτα το σκύλο νυχτιάτικα; Θα σου επιτεθεί κανας ανώμαλος και…» «Μπα. Βλέπουν τον σκύλο και φοβούνται.» Ίσως και να τη γλίτωσε αρκετές φορές μέχρι τώρα. Γαμώτο. Θα ‘χε βγάλει καρούμπαλο στα σίγουρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και ο σκύλος - έφαγε τουλάχιστον μια ξεγυρισμένη. Τον έβλεπε ακόμα στο μυαλό της, να στέκεται στο δρόμο, με το λουρί να σέρνεται κατάχαμα και της ερχότανε να κλάψει. Θα πρόφταινε να πάει σπίτι; "Της τα λεγα εγώ, μα έτσι ήταν πάντα της, δεν άκουγε κανέναν". Η που θα τον έπαιρνε η αγέλη του νεκροταφείου στο κυνήγι, θα μπλεκόταν στο λουρί του κι άντε να τα βγάλει πέρα. Τόσα χρόνια το είχαν το καημένο και τώρα, να.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οκέι. Συγκεντρώσου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περίεργοι οι τύποι για ανώμαλοι. Ακόμα δεν την εξανάγκασαν σε πίπα. «Αν ήμουν ανώμαλος κι άρπαζα μια γκόμενα απ΄το δρόμο, θα ‘ταν το πρώτο πράγμα που θα έκανα. Μετά ομαδικό γαμήσι, και μετά άδειασμα κάπου, τέρμα Θεού. Και να ‘χει σταματήσει η κυκλοφορία, και να ψάχνει για ταξί με τον κώλο ξέσκεπο και τα δόντια να χτυπάν και να μην έχει μία πάνω της, δεν-ήξερε-να-κουβαλά-και-πορτοφόλια-στη-βόλτα-της-νυχτιάτικα».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν ήταν μόνο αυτό, θα’ ταν καλά. Από πίπες και γαμήσι επιβιώνει κανείς. Όσο να ναι. Δηλαδή υπάρχουν και χειρότερα. Ήταν βέβαιη γι’ αυτό, κατά κάποιο τρόπο. Δεν θα έφερνε αντίσταση. Θα έπαιρνε τις καλύτερες πίπες της ζωής της για να ξεμπερδέψει μια ώρα αρχύτερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όμως δεν έκαναν τίποτε απολύτως. Με το που την έβαλαν στο αμάξι, της έδεσαν τα μάτια και δεν αντάλλαξαν ούτε κουβέντα μεταξύ τους. Στη σιωπή γλιστρούσε το αυτοκίνητο, γλυκά στην άσφαλτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μύριζε ξύλο και βερνίκι. Θα ταν παλιό το ταμπλώ. Ούτε που πρόσεξε αυτοκίνητο και μάρκα. Ούτε που πρόσεξε τον συνοδηγό, καθώς άνοιξε το παράθυρο και της ζήτησε την πληροφορία. Κάτι άλλο σκεφτόταν, μια ιστορία που είχε στο μυαλό της. Ναι, έγραφε ιστορίες. Χα, μαλάκα, να δω τώρα τι θα πω στους μπάτσους. Δε θα έβλεπε ξανά τα πρόσωπά τους, έβαζε και στοίχημα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι η ιστορία είχε φτάσει σε σημείο γαμάτο. Τη σκεφτόταν ήδη πολλές μέρες και η – σχεδόν - τελική της διαμόρφωση την ικανοποιούσε. Πάντα στο τέλος κάτι άλλαζε. Πάντα υπάρχουν περιθώρια για τα καλύτερα, όπως και για τα χειρότερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το πολύ πολύ να την άφηνε για λίγο. Να ωριμάσει κι άλλο. Θα έριχνε εμβόλιμο το χρονικό ενός βιασμού. Ήταν κάτι που έκανε συχνά. Όταν βαριόταν από την εντατική συγκέντρωση σε ένα θέμα, έπιανε μετά κάτι άλλο. Ο βιασμός, εδώ που τα λέμε, θα ταν χοντρή κλισεδιά. Παρωχημένο το κοινωνικό δράμα. Αλλά θα έβαζε την προσωπική της πινελιά. Τι διάολο, σε λιγάκι θα δοκίμαζε από πρώτο χέρι, χοχοχο.&lt;br /&gt;……&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας έλεγαν τουλάχιστον κάτι, τα αρχίδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήταν σίγουρα οι τυπικοί ανώμαλοι. Ίσως να μην ήταν καν ανώμαλοι. Οδηγούσαν προσεκτικά, οι δυο πίσω την κρατούσαν απ΄τα μπράτσα, χαλαρά, αλλά αποφασιστικά. Λύτρα δεν είχε να δώσει. Με οργανωμένο έγκλημα δεν είχε πάρε-δώσε. Σίγουρα κάποιο λάθος έγινε. Θα την μπλέξανε με άλλη. Αναρωτήθηκε αν ήταν ίσως υπερβολικά κλισέ να τους ρωτήσει γι αρχή «Ποιοι είστε; Τι θέλετε από μένα;». Ευχήθηκε να μην έβγαινε η φωνή της τσιριχτή:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ποιοι είστε; Τι θέλετε από μένα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ένιωσε ηλίθια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το αυτοκίνητο σταμάτησε. Ποιά θα ταν άραγε η καλύτερη στιγμή να το παλαίψει; Τώρα; Η αργότερα, όταν μάθαινε;&lt;br /&gt;Ήταν τρεις κι ήταν μία, με τα μάτια δεμένα - απεφάνθη. Έτσι ένιωσε λίγο καλύτερα για λογαριασμό της όταν άφησε να τη βγάλουν απ΄το αμάξι, υπάκουη σαν το αγγελούδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χτύπησαν το κουδούνι κι έμειναν λίγο να περιμένουν στο κατώφλι. Κάποιος από μέσα τους άνοιξε - έπειτα το «γκουπ!» της πόρτας και μετά το απόλυτο σκοτάδι.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-2827424245635186722?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/2827424245635186722/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=2827424245635186722' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2827424245635186722'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2827424245635186722'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/11/ragnarok.html' title='Ragnarok (Μέρος Α)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-7813722681513249934</id><published>2007-10-12T08:08:00.000+03:00</published><updated>2007-10-12T08:10:45.304+03:00</updated><title type='text'>Δράση Μυστήριο και ασπόνδυλα - Lex Luthor</title><content type='html'>τον ντέτεκτιβ φωνάξανε ως λύση &lt;br /&gt;αυτός ο γρίφος έμοιαζε άλυτος &lt;br /&gt;όμως στους χωρικούς έσπερνε μίση &lt;br /&gt;γιατί ήτανε σουπιά και άπλυτος &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ήταν σουπιά κανονική, μαλάκιο &lt;br /&gt;καμία δεν υπάρχει παρομοίωση &lt;br /&gt;σκοπιά δεν είχε κάνει σε φυλάκιο &lt;br /&gt;ούτε είχε προσβληθεί ποτέ από ίωση &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;με λίγα λόγια άνθρωπος δεν ήτανε &lt;br /&gt;με οστά και σάρκα όπως όλοι &lt;br /&gt;"όνομα ας του βρούμε'' είπανε &lt;br /&gt;αιφνίς τον ονομάσαν Αποστόλη &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Από το καφάσι του ψαρά τον έβγαλαν &lt;br /&gt;χάμω τον άφησαν να σπαρταράει &lt;br /&gt;σίγουροι ήταν πως δεν έσφαλαν &lt;br /&gt;ο Αποστόλη κάτι τέτοια τα μασάει &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την πίπα με στυλάκι καθώς κάπνιζε &lt;br /&gt;την ώρα που σκεφτόταν το μυστήριο &lt;br /&gt;κάποιος με τέμπερες ζωγράφιζε &lt;br /&gt;το έξυπνο και ασπόνδυλο θηρίο &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τον γρίφο βέβαια αν δεν έλυνε &lt;br /&gt;πρόβλημα δεν θα είχαν οι χωριάτες &lt;br /&gt;ήδη η Ευανθία μαρούλι έπλενε &lt;br /&gt;και η Μοσχούλα καθάριζε πατάτες&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-7813722681513249934?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/7813722681513249934/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=7813722681513249934' title='16 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/7813722681513249934'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/7813722681513249934'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/10/lex-luthor_12.html' title='Δράση Μυστήριο και ασπόνδυλα - Lex Luthor'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>16</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-8154901272491036070</id><published>2007-10-11T07:39:00.000+03:00</published><updated>2007-10-11T07:41:00.651+03:00</updated><title type='text'>Ενοχικός Σκύλος - Fight back</title><content type='html'>ο σκύλος ήτανε χορτάτος,&lt;br /&gt;ποιος γελάει?&lt;br /&gt;ο αφέντης ήταν νηστικός, λίγο μετά&lt;br /&gt;τί μεσολάβησε,&lt;br /&gt;ως τη μετατροπή του σκύλου σε κιμά?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;ο σκύλος είχε ενοχές,&lt;br /&gt;μα ποιός γελάει?&lt;br /&gt;ο αφέντης είχε πιπεριές, λίγο μετά&lt;br /&gt;με τί τσιγάρισες&lt;br /&gt;κι έχει το κρέας τόσο ωραία μυρωδιά?&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;δε ξεγελάς τον εαυτό σου&lt;br /&gt;δε σταματούν τα γέλια στο μυαλό σου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-8154901272491036070?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/8154901272491036070/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=8154901272491036070' title='6 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/8154901272491036070'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/8154901272491036070'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/10/fight-back.html' title='Ενοχικός Σκύλος - Fight back'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-375453971406685939</id><published>2007-10-10T08:26:00.000+03:00</published><updated>2007-12-05T11:17:23.802+02:00</updated><title type='text'>09 Oct, Tue, 14:57:56 Google: Μοσχαρι λεμονατο με πατατες - Lex Luthor</title><content type='html'>Μοσχάρι λεμονάτο με πατάτες &lt;br /&gt;πεθύμησα, που το έφτιαχνε η γιαγιάκα &lt;br /&gt;την συνταγή πως θα έβρισκα για πλάκα &lt;br /&gt;σε κάποιο blog, έτρεφα αυταπάτες &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Που να 'ξερα όταν έμπαινα ο καημένος &lt;br /&gt;Το blog αυτό πως είν' καταραμένο &lt;br /&gt;η συνταγή που είδα αηδιασμένος &lt;br /&gt;ήταν για λαμπρατόρ πετσοκομμένο&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-375453971406685939?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/375453971406685939/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=375453971406685939' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/375453971406685939'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/375453971406685939'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/10/lex-luthor_10.html' title='09 Oct, Tue, 14:57:56 Google: Μοσχαρι λεμονατο με πατατες - Lex Luthor'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-3682484985350338055</id><published>2007-10-09T09:31:00.000+03:00</published><updated>2007-12-05T11:17:42.851+02:00</updated><title type='text'>Μακελειό - Lex Luthor</title><content type='html'>Το γιαταγάνι σκίζει τον αέρα&lt;br /&gt;και στο λαιμό του σκύλου πέφτει.&lt;br /&gt;Βάζει υπόκρουση Χοσέ Καρέρα&lt;br /&gt;το αίμα καθαρίζοντας με νέφτι&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακέφαλο ως ήτανε πεσμένο,&lt;br /&gt;το σώμα μέτρησε, με την κορδέλα,&lt;br /&gt;ισομερώς για να ειν΄τεμαχισμένο&lt;br /&gt;μες στο ταψί, μαζί με την σαρδέλα&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψυχοπαθή τον Τρύφωνα φωνάζουν&lt;br /&gt;και αυτός μόνος στο υπόγειο κρυώνει&lt;br /&gt;κακό τι έχει κάνει και τον κράζουν;&lt;br /&gt;Τον σκύλο έκοψε μόνο, με πριόνι&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-3682484985350338055?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/3682484985350338055/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=3682484985350338055' title='12 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/3682484985350338055'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/3682484985350338055'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/10/lex-luthor.html' title='Μακελειό - Lex Luthor'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>12</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-5306272119953027966</id><published>2007-10-03T12:02:00.000+03:00</published><updated>2007-10-04T11:30:08.880+03:00</updated><title type='text'>Psycho</title><content type='html'>Την θυμάσαι κι εσύ δεν ξέρεις από πότε. Ίσως από πάντα. Την έβλεπες μέσα στο σύννεφο μιας ανάσας διακεκομμένης σαν μέσα από θαμπό καθρέφτη κάτω απ΄τη μύτη της βαλμένο, για να ελέγξεις αν ζούσε ή αν επιτέλους ψόφησε. Δεν τη γνώριζες, αλλά ήταν οπωσδήποτε κακόγουστη: νυχτικό με δαντελίτσες, τα παντοφλάκια της εξαφανισμένα για κάποιο λόγο, μα θα ταν βυσσινί με χρυσή ρίγα, φαινόταν τέτοιος άνθρωπος - που θα αγόραζε τέτοιoυ είδους παντοφλάκια. Μόνο τα νύχια των ποδιών της πρόβαλαν κάτω απ΄τα σκεπάσματα, άκοπα και γυριστά σαν του αρπακτικού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την έβλεπες στον ύπνο σου και στριμωχνόσουνα στον τοίχο κουκουλωμένη με το σεντόνι για προστασία, αν μπορούσες θα κοιμόσουν κάτω απ΄το κρεβάτι ακόμα, για να μη σε βρει, αλλά δε θα της έκανες τη χάρη. Καμιά φορά έκλαιγες σιγά κι ερχόταν η μαμά να σε παρηγορήσει με ένα ποτήρι γάλα. Γι αυτό, ενώ όλες οι φίλες σου στο σχολείο ήταν αδύνατες, εσύ ήσουν στρουμπουλή και σε κορόϊδευαν. Πόσο καιρό έχεις να πιεις γάλα;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα μάτια της ήταν πάντοτε μισόκλειστα. Μια γαλάζια χαραμάδα να κολυμπά σε κίτρινο φορμόλης, στραμμένη πάντα πάνω σου σαν κάνη. Δεν φοβόσουν τον πατέρα σου όταν έκανες αταξίες. Ούτε τότε που τριγύρναγες μια μέρα ολόκληρη με τα λεωφορεία, για να γλιτώσεις το διαγώνισμα της φυσικής. Αυτήν μόνο, γιατί ήξερες ότι τη νύχτα δε θα γλίτωνες. Λίγο να λαγοκοιμόσουν έσταζε υγρή η απειλή, αμέσως ξυπνούσες και κοκάλωνε στον αέρα. Σύντομα έκοψες τον βραδινό ύπνο, «όσες ώρες κοιμάσαι, τόσες χάνεις απ΄τη ζωή σου» έτσι δε λεν;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φυσικά απέτυχες στις εισαγωγικές. Σε πήρε ο ύπνος πάνω στην κόλλα, καταμεσής στην τάξη. Και, ω του θαύματος εκείνη τη φορά δεν εμφανίστηκε. Κακιά γριά, δειλή γριά, ώστε φοβάσαι να εμφανιστείς σε κόσμο, τώρα θα σου δείξω εγώ. Κι άρχισες τα βράδια να μπαίνεις στον μαγικό σου κύκλο, τον Παντελή, τον Νίκο, τον Γιάννη, τον άλλον Νίκο, τον Μάριο, τον Λάμπρο, τον Στάθη, τους έπαιρνες στη σειρά ή και ταυτόχρονα. Είχες άλλωστε λεπτύνει και ήσουν περιζήτητη - κι είχες κι ένα πορτατίφ με αστράκια, φυλαχτό για κάθε κακό. Όχι εικόνα της Παναγίας, εικόνα είχε εκείνη κρεμασμένη πάνω απ΄το κρεβάτι της, κι έναν σταυρό δεμένο στο κάγκελο με σπάγκο. Γι αυτό δεν πήγαινες ποτέ στην εκκλησία, την Παναγία σου στη χαρίζω, και όλους τους αγίους, κωλόγρια σαφρακιασμένη που σε έχει φάει η ζήλια, κάτσε τώρα, βλέπε, καύλωνε, να θυμηθείς πώς ήσουν πριν αρχίσεις να σαπίζεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι όμως το κακό ξορκίστηκε στην εκκλησία. Τότε που παντρεύτηκες τον Στάθη κι έκανες μωρό, μια κόρη. Στη θύμιζε μάλιστα αμυδρά, την ώρα που έπαιζες με τα χεράκια και τα ποδαράκια της κι ανέδιδε οσμή ανημπόριας ανακατεμένη με πούδρα, μόρφαζες αλλά η αλήθεια ήταν ότι σου έλειπε λιγάκι, δεν ερχόταν πια τα βράδια και την αναζητούσες, τις ώρες που στεκόταν η ευτυχία κόμπος στον λαιμό, κι έμπηγε το μωρό τα κλάματα και σηκωνόσουν σκουντουφλώντας να θηλάσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και κάποτε βγήκες κι άρχισες να τρέχεις. Πήγαινε βολίδα το αμάξι, καινούργιο, είχες πρήξει το Στάθη να βάλει γραμμάτια, να χεις και συ κάτι να κινείσαι. Κινιόσουν με 120 χλμ την ώρα και η λεωφόρος άδεια και η γριά κακάριζε στ΄αυτί σου σιγανά – πόσος καιρός είχε περάσει; - με στόμα κλειστό, όπως κακαρίζει κάποιος σε μηχανήματα καλωδιωμένος, με νυχτικό με δαντελίτσες, πόδια γυμνά και μια εικόνα Παναγίας στον τοίχο. Κι αυτή τη φορά δεν φοβήθηκες. Τη σιχαινόσουν, ναι, μα και την ήθελες, την έφτυνες κι ένιωθες συμπόνια, κι όλο πλησίαζες, όλο πλησίαζες, ώσπου στο τέλος τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι έγινε μετά;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;«Είναι μεγάλη η στιγμή, μα πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί. Θα είναι μεγάλο το σοκ γι’ αυτήν.»&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Οπωσδήποτε θα πήγες σε άλλη πόλη, άγνωστη μεταξύ αγνώστων, όπως το είχες προγραμματίσει τη νύχτα εκείνη. Θα έκανες τον γύρο της Ευρώπης με αμάξι, Λονδίνο, Παρίσι, Μόναχο, τέσσερα χρόνια παντρεμένη και ήσουν κλεισμένη στους τέσσερις τοίχους. Θα βρήκες σίγουρα έναν πλούσιο εραστή, κάποτε θα βαρέθηκες να ζεις μποέμικα και θα πήγαινες στην Αιθιοπία με ανθρωπιστική αποστολή, να γίνεις προστάτιδα των κατατρεγμένων. Μα δε θυμάσαι, δε θυμάσαι τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόνο ξέρεις πως σύντομα θα τη δεις ξανά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;«Mαμά;»&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Όχι, δεν είναι η γριά. Είναι μια άγνωστη κυρία, μεσήλικη. Βρωμάει πατσουλί, μαλλί κουνουπίδι και μενταγιόν χρυσό, ο τύπος που – οπωσδήποτε – θα φόραγε βυσσινί παντοφλάκια με χρυσή ρίγα ή που θα τ’ αγόραζε δώρο σε άλλους. Βρε για δες. Η εικόνα στο μενταγιόν. Πόσο σου μοιάζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;«Μανούλα, με ακούς;»&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Αφού την ακούς, γιατί δεν μιλάς; Μόνο ανοίγεις το στόμα και βγάζεις ήχο άναρθρο, πονάς μάλιστα, oι λέξεις μπλέκονται με άμμο. Πώς στέγνωσε έτσι το στόμα σου, να ‘ναι απ’ την ανημπόρια να τη διαολοστείλεις (τι θέλετε, κυρία μου, δεν σας ξέρω), να ναι από φόβο, να ναι γιατί έχεις ξεχάσει πως μιλάν; Κουνάς το κεφάλι αρνητικά κι αυτό χτυπά σε έναν σταυρό στο κάγκελο δεμένο με σπάγκο.&lt;br /&gt;Και το βλέπεις ήρεμα πια να ‘ρχεται καταπάνω σου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη γριά που σου στοίχειωνε τον ύπνο. Τη γριά που σου έκλεψε τις μνήμες. Τη γριά που θα ταν θεία δίκη. Τη γριά που ήσουνα ΕΣΥ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;&lt;em&gt;«Μανούλα, η κόρη σου είμαι. Είχες ατύχημα. Μια νύχτα με το αμάξι. Ήσουν πολύ άσχημα. Ήσουν σε κώμα πενήντα χρόνια».&lt;br /&gt;&lt;/em&gt;&lt;/strong&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-5306272119953027966?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/5306272119953027966/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=5306272119953027966' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5306272119953027966'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5306272119953027966'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/10/psycho.html' title='Psycho'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-6644346411088424968</id><published>2007-09-17T12:16:00.000+03:00</published><updated>2007-10-05T13:12:12.001+03:00</updated><title type='text'>Το καταραμένο σπίτι</title><content type='html'>Κόλλησε το πρόσωπό του στο τζάμι, ακριβώς δίπλα από το ενοικιαστήριο. Κοίταξε τη μαρμάρινη σκάλα της εισόδου, πλαισιωμένη με φίκους, δεξιά κι αριστερά. Ύστερα πήγε στο ψιλικατζίδικο δίπλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ψιλικατζής τσακωνόταν στο τηλέφωνο με προμηθευτή για μια χαλασμένη παρτίδα γλυκά. Ο Α. ξεφύλλισε για λίγο τις εφημερίδες. Διάλεξε μια αθλητική. «Δε μου πες πώς χρειάζονταν ψυγείο!» - η συνδιάλεξη έληξε με το μπαμ του ακουστικού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Συγνώμη. Ξέρετε για το διαμέρισμα δίπλα που ενοικιάζεται;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο ψιλικατζής τον κοίταξε. «Κάπως», του φάνηκε. Μετά ανασήκωσε τους ώμους. Σάμπως τι δουλειά είχε αυτός να ανακατευτεί;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Ρωτήστε δίπλα στον φούρνο. Θα σας δώσουν και τα κλειδιά. Ένα ευρώ». Ο Α. πήρε την εφημερίδα του κι έφυγε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η φουρνάρισσα ήταν ευτυχώς λαλίστατη. Ήταν βέβαια παλιά η πολυκατοικία, τέλη ’60 – αρχές ’70, αλλά το διαμέρισμα ήταν σε κατάσταση αρίστη, υδραυλικά, τα πάντα. Το είχαν μάλιστα ανακαινίσει – η πολυκατοικία ανήκε στην Εκκλησία – είχαν φρεσκάρει τους τοίχους, είχαν ξηλώσει το ξύλινο πάτωμα κι έβαλαν πλακάκια, είχαν αντικαταστήσει τα παλιά παντζούρια με συρόμενα και τζαμόπορτα. Και φυσικά ήταν ρετιρέ, διαμπερές, 120 τ.μ..&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο,τι πρέπει για μια οικογένεια!»&lt;br /&gt;«Για μένα το θέλω», απάντησε ο Α. και ήταν η σειρά της να τον κοιτάξει «κάπως».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Άννα», σκούντηξε την κόρη της, «δώσε τα κλειδιά στον κύριο». Η μικρή χασομέρησε αρκετή ώρα ψαχουλεύοντας τα συρτάρια πίσω απ΄τον πάγκο. Του φάνηκε επίτηδες. Κι επειδή η μητέρα της είχε πάει μέσα να ξεφουρνίσει, πρόλαβε και του σφύριξε «Κύριε, μην πάτε εκεί».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκανε για καλή νεράιδα. Ήταν από κείνα τα όμορφα κοριτσάκια που λες θα μεγαλώσουν και θα καίνε καρδιές. «Γιατί Αννούλα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Γιατί…είναι κακό!» είπε και δαγκώθηκε, είχε γυρίσει η μαμά της κι είχε πιάσει να αραδιάζει στις προθήκες τα καρβέλια με το προζύμι που ανέδιδαν θεία ευωδιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Α. ξεκλείδωσε την εξώπορτα. Όλοι είχαν αλλάξει στη γειτονιά, τα καταστήματα, οι άνθρωποι, όμως η πολυκατοικία είχε μείνει ίδια κι απαράλλακτη με τότε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανέβηκε βαριά, τελετουργικά, θα ‘λεγε κανείς, τη σκάλα της εισόδου, όπως τότε που ήταν μαθητής και τον βάραινε η γεμάτη σάκα στην πλάτη. Το ασανσέρ, το αστείο κουμπί κλήσης που προεξείχε απ΄το γκρίζο πλαίσιο, κόκκινο σαν καραμέλα για τον λαιμό, όλα τα ίδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάλεσε έκτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπορεί να είχαν ανακαινίσει το διαμέρισμα, ήταν όμως η ίδια πόρτα που τον καλωσόρισε. Όχι άλλη, ασφαλείας, η ίδια παλιά πόρτα βαμμένη στο χρώμα της κερασιάς και φαγωμένη στις άκρες. Τότε ήταν που το συνειδητοποίησε για τα καλά πως είχε γυρίσει σπίτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο χωλ είχαν, θυμόταν, μια σταυρωτή κρεμάστρα για τα παλτά, ξύλινη. Θα ‘βρισκε μια ίδια οπωσδήποτε. Η μυρωδιά του σπιτιού είχε αλλάξει, φυσικά. Όμως αυτό με τον καιρό θα διορθωνόταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην παιδική κρεβατοκάμαρα δεν ήταν πια ο Μίκυ Μάους που είχε ζωγραφίσει η μαμά με τέμπερα στον τοίχο. Ήταν τόσο μικρή η κάμαρα αυτή, μόλις που χωρούσε μια κουκέτα, γι’ αυτόν και τον αδελφό του, κι ένα γραφειάκι για να μελετούν. Ηταν όμως ό,τι έπρεπε για το κρεβατάκι του νηπίου των επόμενων ενοικιαστών. Ένα ευτυχισμένο ζευγάρι, δάσκαλοι και οι δύο, νέα παιδιά με όνειρα, όνειρα που θρυμματίστηκαν ένα μεσημέρι του Σαββάτου που αντίκρυσαν το αγοράκι τους μελανό, με ένα κουλουράκι κανέλα – μα πώς το βρήκε; - σφηνωμένο στον οισοφάγο. Και δεν μπορούσαν πια να μείνουν εκεί. Η νεαρή δασκάλα έβλεπε το άδειο πια δωμάτιο και πάθαινε κρίσεις, έπεφτε χάμω στο πάτωμα και χτυπιόταν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεξιά ήταν το σαλόνι, το αλλοτινό βασίλειό του. Εκεί είχαν τη μεγάλη δρύινη βιβλιοθήκη κι ο Α. κατέβαζε την εγκυκλοπαίδεια, τα ιστορικά βιβλία του μπαμπά, τα άνοιγε απάνω στο χαλί και διάβαζε. Αλλα τα καταλάβαινε, άλλα πάλι όχι. Τα μαθήματα του σχολείου δεν τον ενδιέφεραν, αλλά ήταν απ΄τους καλύτερους μαθητές. «Παιδί με πλούτο γνώσεων» έλεγε η δασκάλα στη μαμά στον έλεγχο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο σαλόνι συνέβη ξανά. Μετά το ζευγάρι των δασκάλων, είχαν έρθει ένας ναυτικός με τη γυναίκα του. Αυτοί πότε τα πήγαιναν καλά, πότε όχι. Καλά τα πήγαιναν συνήθως όταν ο άντρας έλειπε ταξίδι. Κάποιο βράδυ είχε γυρίσει, κι αυτή κάτι του είπε, ποιος ξέρει - «με απατούσε κύριε δικαστά, μα την αγαπούσα, δεν ήθελα να τη σκοτώσω» αργότερα θα απολογούνταν - και της έφερε στο κεφάλι ένα μπρούτζινο αγαλματίδιο Μαορί πολεμιστή που μόλις είχε βγάλει απ΄τη βαλίτσα. Δεν του άρεσε καθόλου που το αγόρασε και τον βάραινε στην επιστροφή, αλλά ήξερε πως ήταν ήταν του γούστου της κάτι τέτοια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Α. επιθεώρησε την κουζίνα. Είχαν αλλάξει τα παλιά ντουλάπια με άλλα από βακελίτη. Το χρώμα τον ικανοποίησε, ευτυχώς. Αλλιώς θα έπρεπε να τα ξηλώσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν έφτασε στην κρεβατοκάμαρα των γονέων του, δάκρυσε. Σα να άκουγε ψαλμωδίες αγγέλων. Στο μεγάλο κρεβάτι την άραζαν με τον αδελφό του, τα μεσημέρια της Κυριακής, και πλακώνονταν στις κλωτσιές, έτσι, για πλάκα. Εκεί είχαν το βίντεο, έβλεπαν Λούκυ Λουκ, το «Νησί των Θησαυρών» πάνω από πέντε φορές, και φανταζόταν πως μπάρκαρε σε πλοίο κι έφευγε σε μέρη μακρινά. «Μα ούτε κολύμπι δεν ξέρεις ρε βλάκα» και νάσου ο νέος γύρος από κλωτσιές. Εκεί είδε κρυφά τις πρώτες τσόντες, εκεί ξεκοίλιασε κλαίγοντας την κασέτα με τα σλόου, όταν η Ειρήνη, ο έρωτας της πέμπτης δημοτικού, δεν ήρθε στο αποκριάτικο πάρτυ του. Και κούρδιζε και ξανακούρδιζε το μουσικό κουτί, εκείνο το πρασινοδιάφανο που φύλαγε η μαμά στην τουαλέτα της, εκείνο που αγαπούσε πιότερο, με τη λυπητερή μελωδία. Ίδια με τη μουσική των αγγέλων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τέλος ήταν το μπάνιο. Πόσο μικρό κι αυτό στα μάτια του. Κι όμως τον είχε χωρέσει μια χαρά η μπανιέρα, εκείνον τον βασανισμένο ποιητή, τον τελευταίο ένοικο του διαμερίσματος, μα μ’ αυτόν δεν παραξενεύτηκε κανείς, ήταν οπωσδήποτε «λοξός», εκείνη τη νύχτα που έσκισε αριστοτεχνικά τις φλέβες του, με συνοδεία Σούμπερτ απ΄το κασετοφωνάκι και στικ λιβανέζικο με άρωμα σανδαλόξυλου. «Μην ενοχλείτε τον μπαμπά, συγκεντρώνεται» έλεγε η γυναίκα του στα παιδιά που κατουριόνταν, και τον βρήκαν το πρωί, ο γιος ο μεγάλος που όλη νύχτα σηκωνόταν και ξαλάφρωνε στη γλάστρα. Είχε προχωρήσει η ακαμψία και για να τον βγάλουνε απ΄τη μπανιέρα κάνανε αμάν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σπίτι είχε κρατήσει την υπόσχεσή του. Το νήπιο, η γυναίκα, ο ποιητής, ήταν αναγκαίες απώλειες. Εννοείται ότι μετά τον τελευταίο θάνατο, κανείς δεν ήθελε πια να το νοικιάσει. Και να μην ήξεραν οι υποψήφιοι ενοικιαστές, μάθαιναν από τους γύρω ένοικους: «Το διαμέρισμα αυτό έχει κατάρα». Ο Α. ήξερε καλύτερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί όταν μεγάλωσε κι ήρθαν τα δίδυμα, και οι γονείς του αναγκάστηκαν να βρουν καινούργιο σπίτι, μεγαλύτερο, σε άλλη περιοχή, ο Α. κουβαλώντας την τελευταία κούτα και μέσα απ΄τ' αναφιλητά του, ορκίστηκε πως κάποτε θα γύριζε πίσω, στο σπίτι της ευτυχισμένης παιδικής του ηλικίας. Και το σπίτι ορκίστηκε πως θα ‘ταν άδειο να τον υποδεχτεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όμορφο, αγαπημένο σπίτι». Ο Α. χάιδεψε τον τοίχο κι εκείνος ρίγησε σαν νύφη ντροπαλή, που υποδέχεται τον άντρα με υποσχέσεις θαλπωρής.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-6644346411088424968?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/6644346411088424968/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=6644346411088424968' title='13 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/6644346411088424968'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/6644346411088424968'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/09/blog-post.html' title='Το καταραμένο σπίτι'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>13</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-5060427708790734037</id><published>2007-09-13T11:22:00.001+03:00</published><updated>2007-12-05T11:32:32.221+02:00</updated><title type='text'>Homo</title><content type='html'>Ο Θάνος είχε κλείσει τα πενήντα τον Ιούλιο. Ο Μήτσος ήταν είκοσι εφτά. Ο Θάνος ήταν παντρεμένος με την κυρά-Ντίνα. Ο Μήτσος ζούσε με έναν πατριό που περίμενε να πεθάνει για να τον κληρονομήσει. Κάθε μέρα που έφευγε για δουλειά με το ταξί, ο Θάνος πέρναγε κάτω απ΄το σπίτι του μικρού και κόρναρε: σε τρία λεπτά ο Μήτσος είχε κατέβει και ξεκινούσανε μαζί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε κανέναν δε φάνηκε παράξενο τούτο το συνταίριασμα. Δεν είχε πιότερο μυαλό ο μεγάλος απ΄τον πιτσιρικά. «Ρεμπεσκέ», τον ανεβάζανε, «ρεμπεσκέ» τον κατεβάζαν στο χωριό, να μην ήτανε η Ντίνα που ‘πιανε την πέτρα και την έστιβε, καθώς λένε, και θα μένανε στην ψάθα. Και το ταξί για χόμπυ το χε πιο πολύ, ίσα να βγαίνουν τα τσιγάρα, να την αράζουνε μετά με τον μικρό στο καφενείο, να πιάνουν την κουβέντα και να πίνουνε τα ούζα. Χαμένα κορμιά. Η κυρά-Ντίνα τον είχε υιοθετήσει τον μικρό, κατά κάποιο τρόπο. Παιδιά, σκυλιά δεν είχανε με τον δικό της, τάιζε τον Μήτσο γεμιστά και στραπατσάδες, ίσα να νιώσει κι αυτή λίγο μαμά. Του έδινε και συμβουλές και τον νουθετούσε, αυτή που είχε την πείρα της ζωής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν εκείνο το μεσημέρι του Σαββάτου που ο Μήτσος είχε έρθει πάλι για φαγητό. Τον είχανε χάσει κανά μήνα. Είχε βρει μια χωρισμένη με δύο παιδιά, που είχε σουβλατζίδικο στο απέναντι χωριό. Είχε «κολλήσει». Μπορεί να ήταν κι ενθουσιασμός. Έδειχνε στην κυρά-Ντίνα γυμνές φωτογραφίες που της είχε τραβήξει με το κινητό κι εκείνη τον ψευτομάλωνε. Κατά βάθος γούσταρε τα πιπεράτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ηρθε η ώρα να σερβίρει. «Βρε Θάνο, τι χάλια έχει το τραπέζι, μάζεψέ το λίγο» «Γιατί, εκεί που τον ταϊζει η πουτάνα είν’ καλύτερα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε μίλησε κανείς για λίγη ώρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πώς την είπες;»&lt;br /&gt;«Άμα την αγαπούσες, θ’ άλλαζε. Την αγαπάς, ρε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ντίνα μπήκε στη μέση: «Πού να προλάβει το παιδάκι να την αγαπήσει, ακόμα δεν τη γνώρισε…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και άρχισαν να τρων. Έτσι ήταν ο Θάνος. Άλλο ήθελε να πει, κι άλλα του ξέφευγαν. Αλλά δεν ήταν να τον παρεξηγείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά το φαί, ο Μήτσος και η Ντίνα άρχισαν να σηκώνουν το τραπέζι. Του άρεσε του μικρού που τη βοηθούσε στις δουλειές. Ήταν κι αυτή μπάνικη, παρά την ηλικία της. Ο Θάνος πήγε στην πολυθρόνα να διαβάσει αθλητικά. Είχε τη φυλλάδα ανοιχτή κοντά στο πρόσωπό του και το έκρυβε. Ντροπή να τονε δει κανείς, πενήντα χρονών άντρα και να κλαίει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-5060427708790734037?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/5060427708790734037/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=5060427708790734037' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5060427708790734037'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5060427708790734037'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/09/homo.html' title='Homo'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-6873480839464725287</id><published>2007-07-27T15:58:00.000+03:00</published><updated>2007-09-07T15:05:42.644+03:00</updated><title type='text'>Άνθρωποι και ποντίκια</title><content type='html'>&lt;em&gt;Σε είδα πώς τινάχτηκες όταν με είδες. Δεν με περίμενες. Ίσως στην κηδεία της θείας πριν ένα χρόνο - όμως συνέπεσε με την πρώτη μέρα του καρναβαλιού του Ρίο. Ελπίζω να σου μετέφεραν την πληροφορία με τον δέοντα αποτροπιασμό για την αναισθησία μου.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί του Κώστα, ταυτόχρονα με τη σταγόνα ιδρώτα που κατηφόριζε το μάγουλο για να τρυπώσει στο λακκάκι και τα συμμετρικά λοφάκια που εκείνη τη στιγμή φούσκωναν από αέρα. Το πέος του σκλήρυνε και γύρισε απ΄την άλλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Χαχα, σου σηκώθηκε.&lt;br /&gt;- Ρε, α στο διάολο.&lt;br /&gt;- Θα το πω στη μάνα σου πως μ’ έβρισες, άμα πάμε σπίτι.&lt;br /&gt;- «&lt;em&gt;Θα το πω στη μάνα σου πως μ’ έβρισες&lt;/em&gt;», μπουχουχου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Αμαλία του γύρισε την πλάτη. Το φανελάκι της είχε γίνει πράσινο από πίσω κι ο Κώστας, προβλέποντας την κατσάδα της θείας, χάρηκε που αυτός ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω. Δεν ήταν άσχημο τελικά να ‘ναι άντρας, εκείνη την καυτή μέρα του Ιουλίου που ο ιδρώτας νότιζε το χόρτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άλλωστε δική της ήταν η ιδέα να ραχατέψουν εκεί δα. Αν ποτέ μάθαινε ποδήλατο η δικιά σου, γράψε μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Καημένη θεία. Όλο μου σε φόρτωνε στο σβέρκο. «Να μάθεις την ξαδέλφη σου ποδήλατο. Να πάτε στη θάλασσα. Να τη βγάλεις για πορτοκαλάδα.».Όλο τη μούντζωνα πίσω απ΄την πλάτη της. Και όλοι λέγανε πως σ’ έκανε σαν τα μούτρα της. Κοντέσα. Καμάρωνες στη σέλα αλύγιστη σαν ξύλο. Τόσο βλήμα και τόσο όμορφη.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Αμαλία σηκώθηκε και κατευθύνθηκε στο αγωνιστικό ποδήλατο που για το σουλούπι της φάνταζε τερατώδες. Έκανε μερικά μέτρα. κάθε δύο πεταλιές πατούσε γέρνοντας το πόδι της στο χώμα, ενώ ο Κώστας της πετούσε κουκουνάρια και πευκοβελόνες που την έβρισκαν στην πλάτη και την έκαναν να κραυγάζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε λίγο βαρέθηκαν κι οι δυο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Άντε πάμε σπίτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μεσημέρι, ο ήλιος κατακόρυφος.&lt;br /&gt;Η τριβή των γονάτων της Αμαλίας στους ιδρωμένους μηρούς του έδινε μια αίσθηση λάσπης, όταν γύριζαν δικάβαλο στο σπίτι. Ανατρίχιασε ξανά. Περνούσαν απ΄τον αγροτικό δρόμο, ανάμεσα απ΄τα μποστάνια με τα καρπούζια. Του άρεσαν τα καρπούζια. «Αν δεν ήταν αυτή η φοράδα πίσω» θα έκλεβε κανένα για το τραπέζι.&lt;br /&gt;Όμως μ’ αυτήν δε μπορούσε να το κάνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Έκανα πολλά από τότε. Βγήκα έξω για σπουδές. Έκανα δουλειές σε Βερολίνο, Παρίσι, Λισαβώνα – κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς. «Ο Κώστας έγινε μεγάλος και τρανός». Τώρα ξέπεσα στη Βραζιλία, να φτιάχνω κοσμήματα από δέρμα. Πολύ μεγάλα για σένα. Χαχα. Του σογιού το εγκεφαλικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τόσα μέρη, τόσες περιπέτειες, τόσα ανομολόγητα. Και πάντα πάνω μου το βλέμμα σου. Να φτάνω στην κόψη, να με τραβάει πίσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πάντα μου τόλεγα πως ήθελα να πετύχω. Γιατί θέλει ο άνθρωπος να πετύχει; Φταίει η στέρηση, φταιν τ΄απωθημένα; Φταίει η Σελήνη στον Αιγόκερω;&lt;br /&gt;Όχι, δεν είναι τίποτα απ΄αυτά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι γιατί θέλει σε κάποιον ν’ αποδείξει.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κόντευαν να φτάσουν στο χωριό σχεδόν. Τσιρ, τσιρ, έκαναν τα ποντίκια ανάμεσα στα καρπούζια και η Αμαλία σήκωνε τσιρίζοντας τις γάμπες. Ένα φορτηγό ερχόταν απ΄την αντίθετη κατεύθυνση και ίσα που πρόλαβαν να τραβηχτούν στην άκρη. Γκουχ, γκουχ, «Εκδρομαί – μεταφοραί» πρόλαβαν να διακρίνουν μέσα απ΄το σύννεφο της σκόνης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Ξέρεις ποιος είναι αυτός; έκανε η Αμαλία ξαναμμένη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήξερε, φυσικά. Κι άκουγε. "Ερχεται ο Εκδρομαί - Μεταφοραί ν' αναλάβει καθήκον", "μου ήθελε ο γέρος δεκαεννιά χρονών γυναίκα" "ρε, ας την είχα εγώ και θα την είχα καρφωμένη στο στρώμα όλη μέρα". Και πάντα έκλεινε τ’ αυτιά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νόμιζε ότι έτσι θα προφύλασσε την όμορφη Βούλα, τη γυναίκα του κουρέα. Αμυγδαλωτά μάτια, μαύρα, γυαλιστερά μαλλιά και να μοσχοβολάει.&lt;br /&gt;Αλλά εδώ μέχρι και την ξαδέλφη απ΄την Αθήνα πρόλαβαν να ενημερώσουν οι κουτσομπόλες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;- Nα ‘ναι αλήθεια;&lt;br /&gt;- …&lt;br /&gt;- Πάμε να δούμε;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Εκείνη την ημέρα, πριν 17 χρόνια, εξαφάνισες κάθε ανταγωνισμό. Κάθε αγάπη και είδωλο. Κι άρχισα να γίνομαι ο άντρας που είμαι τώρα. Άντρας-μυστήριο, λεν, σκληρός, να τεστάρω τη σκληράδα μπήγοντας τα νύχια στις παλάμες. Αν ερχόσουνα για χειραψία θά βλεπες κι εσύ, όμως έχεις βολικά κρυφτεί πίσω από συλλυπητήρια και βοϊδοκοιλιές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν κάνουμε μνημόσυνο στη θεία σήμερα, Αμαλία. Μνημόσυνο στη χαμένη μας αθωότητα.&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είχαν να πάνε μακριά. Το σπίτι του κουρέα ήταν σε έναν παράδρομο λίγο πιο κάτω. Δεν μπορούσαν όμως να προχωρήσουν με το ποδήλατο χωρίς να γίνουν αντιληπτοί. Το ακούμπησαν σ’ ένα δέντρο και συνέχισαν πεζή, προχωρώντας με προφύλαξη σαν κομμάντος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το άσπρο φορτηγό ήταν μοιραία αραγμένο δίπλα στο σπίτι, μισοσκεπασμένο απ΄τις φυλλωσιές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παιδιά κοιτάχτηκαν δισταχτικά. «Πάμε», είπε η Αμαλία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απ΄το παράθυρο της κουζίνας δε φαινόταν τίποτα. «Έχει κι άλλο παράθυρο». Ο Κώστας έπλεξε τα χέρια του κι ένα «ωωπ» αργότερα, η Αμαλία ήταν στους ώμους του, με τη μύτη στερεωμένη στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Βλέπεις τίποτα ρε;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα παιδιά πήγαιναν προς το ποδήλατο με βαριά βήματα. Δε βιάζονταν, ήδη το μεσημεριανό το είχαν χάσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε μιλούσε κανένα τους. Σαν τα λόγια να έτρεχαν όλα μαζί προς την έξοδο, έξοδο στο μέγεθος της χαραμάδας, κι εκεί στριμώχνονταν κι έπεφταν το ένα πάνω στ’ άλλο και γίνονταν πολτός. Μόνο κοιτούσαν κάτω και προχωρούσαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόνο όταν είδαν το ξεκοιλιασμένο ποντίκι, λίγο ακριβώς πριν φτάσουν στο ποδήλατο, έσπασε η σιωπή μ΄ένα ουρλιαχτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;Έπρεπε να στο είχα πει για τις γάτες. Ίσως ήταν η γάτα του γέρου, και το ποντίκι θύμα της αποκοτιάς μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήμασταν έφηβοι τότε. Σχεδόν. Ξαπλώναμε στο χόρτο, κοιτάζαμε τα σύννεφα και ψάχναμε το νόημα της ζωής. Το νόημα το βρήκα εκείνη την ημέρα. Κι εκείνη ακριβώς τη μέρα άρχισα να θέλω να πεθάνω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εσύ το πάλεψες καλύτερα. Αυτός δίπλα σου δε μου μοιάζει καθόλου. Εγώ όμως πάντα περιμένω. Ένα ποντίκι, να ξαναπέσεις πάνω μου ουρλιάζοντας, να λασπώσουμε το χώμα και να μας βρουν εκεί, ένα σώμα, να τουρτουρίζει στον καύσωνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Mαζί για πάντα.&lt;/em&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-6873480839464725287?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/6873480839464725287/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=6873480839464725287' title='19 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/6873480839464725287'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/6873480839464725287'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/07/blog-post_27.html' title='Άνθρωποι και ποντίκια'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>19</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-1210970414922012481</id><published>2007-07-04T14:10:00.000+03:00</published><updated>2007-12-05T11:54:38.417+02:00</updated><title type='text'>Ο από μηχανής Θεός</title><content type='html'>Κρατούσε την κοιλιά και την ανάσα της και το μάγουλο ακουμπισμένο στο τζάμι. Είχε ησυχάσει τώρα και κοίταζε έξω με μάτια θολά - ή θολό ήταν το τζάμι, εκεί που έβαφε το χνώτο κι ακόμα δεν αποφάσιζε να γράψει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Είχε ένα σφίξιμο και τα φώτα του μπροστινού τον τύφλωναν. Τον έσερνε καροτσάκι τα τελευταία πέντε χιλιόμετρα, πεισματικά να τον κρατήσει παρέα, σα να φοβόταν τη νύχτα και τη βροχή. «Κουνήσου ρε μαλάκα», ψιθύρισε από συνήθεια, σχεδόν μ’ ευγνωμοσύνη - απόψε είχε σφίξιμο, δεν ήθελε με τίποτα να φτάσει.&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μακάρι να μπορούσε να κοιμηθεί. Να μην άκουγε το «τέρας», τα βήματά του στα πετραδάκια, για πρώτη φορά θ’ αναγκαζόταν να χτυπήσει το κουδούνι και …θα ξυπνούσε για να του ανοίξει; Η θα τον άφηνε να περιμένει στη βροχή; Κι αυτός; Θα περίμενε; Θα έφευγε; Θα έμπαινε μέσα από τον τοίχο; Δεν ήθελε ν’ αποφασίσει αυτή. O, τι ήθελε αυτός. Ο,τι ήθελε ο Θεός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Η μηχανή μούγκρισε όπως το φορτηγό ανέβαινε την ανηφόρα και τον έκανε να τιναχτεί. "Τέρας" την έλεγε εκείνη, μουλωχτή κι αλλοπρόσαλλη. Κι όμως τον οδηγούσε με ασφάλεια - ο μπροστινός είχε ξαφνικά εξαφανιστεί - με τυφλή εμπιστοσύνη θαρρείς, γιατί δεν ήξερε, ακόμα δεν είχε καταλάβει.&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;O,τι ήθελε ο Θεός, γιατί είχε πάντα της μέλη άτσαλα, μυρμηγκιασμένα απ΄το φόβο κι άφηνε να την αρπάνε απ΄το χεράκι, απ΄τα μαλλιά, απ' όπου είχαν ευχαρίστηση, μέχρι που τη βρήκε ο γέρος, την έντυσε με νυφικό και την έμπασε με προσοχή απ΄το παράθυρο. Δυο γυναίκες έσπασαν στα χέρια του, κι αυτές τις είχε μπάσει απ΄την πόρτα, δε θα ‘κανε ξανά το ίδιο λάθος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Καλύτερα. Ήθελε να της το φέρει γλυκά. Ήταν η συντρόφισσά του στο δρόμο, στα ταξίδια και κάτι παραπάνω. Ήταν το σώμα του, ήταν τα πόδια του, η καρδιά ενός κενταύρου. Κανείς δεν καταλάβαινε. "Γιατί δεν την αλλάζεις τη ρημάδα; Άκου την πως σκούζει". Καλύτερα όμως. Αν τους μαρτύραγε πως ήταν ζωντανή η μηχανή, θα τον κλείνανε μέσα, σαν την Μυρτώ που ξήλωνε τα κεραμίδια από τις στέγες. Καλύτερα.&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Λάθη θα έκανε μονάχα αυτή. Που ήταν δεκαεννιά χρονών, που ανατρίχιασε, τότε που ήρθε να του πάρει "λίγο τα μαλλιά στο σβέρκο", ήταν το κουρείο στην είσοδο του χωριού κι αυτός περαστικός κι ο γέρος έλειπε στην πόλη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Ο κόσμος. Καλά τον είχε ξεφορτωθεί. Καλά είχε μάθει να παριστάνει τον μουγκό, τον χαζό, τον απροσάρμοστο. Μετά δε χρειαζόταν καν. Εκδρομαί-μεταφοραί, κι όλους τους έγραψε στις ρόδες του, μόνο κάτι παντρεμένες, κάτι χήρες, δεν ξεγελιόνταν εύκολα αυτές. "Μετακομίζω, έλα", "να φορτώσουμε τα παλιά έπιπλα", "θα με πας Θεσσαλονίκη;" και πήγαινε, και κάθε φορά η ρόμπα όλο ανέβαινε ή κατέβαινε…&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Και ήρθε. Και ξαναήρθε. Να του πάρει λίγο τα μαλλιά και κάθε φορά κάτι μέσα της πετάριζε, και κάτι μέσα της κρεμόταν ετοιμόρροπο, και κοίταζε τα χέρια του αν ήταν δυνατά να το κρατήσουν&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;...βυζιά σαθρά και μπούτια σα μυγοπαγίδες, κολλούσαν σπέρμα και ιδρώτα, μα πάντα τα κατάφερνε και ξέφευγε, η μηχανή του έδινε το σύνθημα. Πάντοτε ξέφευγε, έξω από κείνη τη φορά που...&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;...και πάλι έλειπε ο άντρας της και πέρασε τα χέρια μέσα απ΄τα μαλλιά του. Μόλις του τα είχε στρώσει. "Τί κάνεις;" της είπε, δεν ήξερε να πει, της άρπαξε το χέρι και της τόστριψε, και τότε λύγισε, κι έπεσε ολόκληρη στα χέρια του&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;…και να ‘θελε να την αφήσει δε μπόραγε, ήταν σκληρό το πάτωμα, χίλια κομμάτια θα γινόταν αν την άφηνε, κι από τότε έφευγε απ' το κουρείο του χωριού κοιτάζοντας κλεφτά τριγύρω και κουβαλώντας την στην τσέπη…&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;σε ξενοδοχεία, παραλίες, στο κατώι, κάθε Τρίτη που ο άντρας της έλειπε στην πόλη. Την έγδυνε, τη ζύμωνε με βιαστικές πνοές, της έμαθε να κινεί τα χέρια και τα πόδια, τόσο ώστε να ανακόβει την ορμή του όταν κόντευε να την κομματιάσει...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;…από λύπηση; από αγάπη; μα ποιος μπορεί να ξέρει με σιγουριά; Η που παρίστανε τον χαζό για τόσο καιρό, που στο τέλος έγινε στ’ αλήθεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;…και τους έβρισκε το ξημέρωμα στο δρόμο να οδηγούνε πίσω σαν τρελοί. Το «τέρας» ζήλευε, εκείνη το ‘χε καταλάβει. Πόσες φορές τους χάλασε το φορτηγό ακριβώς έξω απ΄το χωριό κι εκείνη αναγκάστηκε να κάνει το δρόμο με τα πόδια. Όταν εκάναν έρωτα στο πίσω κάθισμα ακούγονταν η μηχανή να κλαίει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Καμιά φορά της έλεγε να τα αφήσει όλα και να φύγουνε μαζί. Συνήθως όταν πήγαιναν στην Αθήνα, στο γιατρό, για να ρίξει τα μωρά του. Εκείνη κρατούσε την κοιλιά της και το βλέμμα στυλωμένο μπροστά και δε μίλαγε. Ήταν ευτυχία που δε μίλαγε. Στο γυρισμό δεν έλεγε τίποτα κι αυτός.&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Δεν πήγαινε να τον κλέψει απ΄το σώμα του. Με έναν άντρα θα έφευγε, ναι, όχι όμως με έναν κένταυρο. Φοβόταν να αντικρύσει τα μωρά του και δε μίλαγε. Να ‘χαν ποδαράκια, ή τροχούς; Μέσα τους χτύπαγε καρδιά ή μηχανή; Θα ‘βλεπε το βλέμμα της στα μάτια τους ή θα έβλεπε το τέρας θριαμβεύτρια; Τα ‘ριχνε και δε μίλαγε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Και πέρναγε ο καιρός. Έχασαν το μέτρημα στα χρόνια, στα μωρά, γίνωνε η σάρκα της, κι ήταν λύπη&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Γίνωναν οι Τρίτες στο παράθυρο που κάποτε κρατούσε την καρδιά της μη χτυπά&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;μόνο το τραγούδι της μηχανής του έδινε ρυθμό να συνεχίζει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;μόνο που σήμερα δεν άντεξε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;«Είμαι πάλι έγκυος. Θα το κρατήσω»&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;του είπε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Και πήγαινε τώρα να τη βρει και να την πάρει. Σαν χρέος που άφησε απλήρωτο, σαν κάτι που έπρεπε να γίνει&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μα δεν απόσωσε…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Τις Τρίτες δε θα κρύβονται σαν κυνηγημένοι. Θα πηγαίνουνε στην παραλία να φάνε ψάρι. Θα παρκάρουνε το φορτηγό στην άμμο κι εκείνη θα φοράει τα καλά της, όπως οι καθώς πρέπει κυρίες που πάνε να φάνε ψάρι Τρίτη μεσημέρι με τον πρώην αγαπητικό…&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χρόνια ξερίζωνε τα σπλάχνα της, κι ο γέρος ήξερε, μα δε μιλούσε. Τώρα του όφειλε κι αυτή. Το παιδί ενός κενταύρου μόνο είχε. Για τις Τρίτες που φρόντιζε διακριτικά να λείπει&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;…σαν οικογένεια…&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;από αγάπη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;…σαν εφιάλτης.&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Κι τώρα ερχόταν εκείνος να την πάρει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Μακάρι να μην έφτανε ποτέ.&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Μακάρι να μην έφτανε ποτέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Δεν κατάλαβε πώς έφυγε απ΄το δρόμο…&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Δεν κατάλαβε για πότε τελικά κοιμήθηκε&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;…κι έπεσε στη χαράδρα&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Δε θα τη βάραινε το καθήκον κανενός…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Και άκουγε τη μηχανή να τραγουδά ένα νανούρισμα.&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;…μόνο μια ανάμνηση τροχών τα πρωινά της Τρίτης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Άρα εκείνη δεν ήταν που τον έσωζε πάντα; &lt;/strong&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-1210970414922012481?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/1210970414922012481/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=1210970414922012481' title='25 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1210970414922012481'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/1210970414922012481'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/07/blog-post.html' title='Ο από μηχανής Θεός'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>25</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-2258962417324336996</id><published>2007-06-07T10:43:00.001+03:00</published><updated>2009-04-01T15:23:18.652+03:00</updated><title type='text'>Sympathy for the devil</title><content type='html'>Φεύγοντας έδωσε στη Σβέτα τις τελευταίες οδηγίες για το ψήσιμο των χελιών. Η Ματίνα μουρμούρισε πως θα του πέσουν βαριά και πως συνέχεια κάνει του κεφαλιού του. Ο βρόντος της εξώπορτας αλάφιασε το Ντίνο που ακόμα κοιμόταν. «Τον μαλάκα, πρωινιάτικα», και σούρθηκε ξύνοντας τα ξεραμένα σάλια γύρω απ΄το στόμα στο πισί, να τσεκάρει την πρωινή κίνηση του μπλογκ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Στέλιος κατευθύνθηκε στην πυλωτή, όπου αναπαυόταν το απαστράπτον για την περίσταση Τογιότα. Υπό κανονικάς συνθήκας, θάτανε στο μώλο τέτοια ώρα - ή στη λαϊκή. Τον είχαν χάσει για μήνες μετά το έμφραγμα. Μόνο ο Πέτρος ο ψαράς - να ναι καλά - όλο περνούσε απ΄το σπίτι κι όλο έφερνε: μπαρμπούνια, αθερίνες και κουτσομούρες. Αν κάτι ανέστησε τον Στέλιο, ήταν οι φρέσκιες κουτσομούρες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν αλήθεια μέρα να δει φίλους, να μοσχοβολήσει το αυτοκίνητο ντοματούλα, πιπεριά, πρώιμο πεπόνι Αργίτικο. Όμως όοοχι, μονολόγησε ο Στέλιος ενώ κόρναρε νευρικά στον μπροστινό, «Πράσινο ύπνεεεε!!!», όχι, κύριε, κι αυτό το Σάββατο έπρεπε να του το φέρουν πάνω κάτω. Ήταν όμως μέρος του τυπικού κι αυτά τα πράγματα τα ήξερε απ΄την αρχή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήχτρα η Κηφισίας. Κοίταζε το ρολόι του. Κοίταζε τις ταμπέλες των καταστημάτων και χώριζε νοητά τα γράμματα ανά τρία. Αν δεν του έβγαιναν οι τριάδες με την πρώτη προχωρούσε στην επόμενη ταμπέλα. Και στη μεθεπομένη. Θυμήθηκε αργά να φορέσει τη ζώνη του. Όχι πως θα τον γράφανε, αλλά στη θέση του δεν θα ταν πρέπον. Στη θέση του ένα υπερφυσικό μωρό, με ζουλημένη κύστη, σχεδόν κομμένη στα δύο. Πανικός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν τον παρέλαβε ο παρκαδόρος, για αρχή ανακουφίστηκε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;.....&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ωραία μου κυρία"&lt;br /&gt;"Ηρθατε λοιπόν! Πόσο χαίρομαι. Δε σας είδαμε χθες στα εγκαίνια και..."&lt;br /&gt;"Δεν πηγαίνω ποτέ σε εγκαίνια. Πώς να απολαύσεις τα έργα με τόσο κόσμο...".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε δέχτηκε να του κάνουν περιήγηση. Μόνος εισέβαλε στον εκθεσιακό χώρο με θάρρος αρχαίου Σπαρτιάτη και με σαφή αίσθηση του σκοπού. Η γραφιάς ζητά συγνώμη από τον φιλότεχνο αναγνώστη για την αδυναμία ενδελεχούς περιγραφής του εικαστικού πλαισίου της ιστορίας. Η αίσθηση σκοπού αποδυναμώνει στους ανθρώπους την καλλιτεχνική ματιά, την ευαισθησία, την ποιητικότητα. Είναι οι ταξιδευτές προς την Ιθάκη που κάνουν όλο το ταξίδι στην κουκέτα με δραμαμίνες και λένε "Όταν φτάσουμε ξυπνήστε με". Παρομοίως ο Στέλιος εξορμούσε στα τυφλά, παρακάμπτοντας video wall, κατασκευές από plexiglass, γλυπτά κι άλλα προϊστορικά τέρατα, αναζητώντας μάταια στο διάβα του την πολυπόθητη τουαλέτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μέχρι που άκουσε την γνώριμη εισαγωγή κι ένιωσε να τον πλημμυρίζει το μεγαλείο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έστρεψε το κεφάλι κι έσκυψε να κρυφοκοιτάξει μέσα απ΄την κλειδαρότρυπα. Όσο κοίταζε, τόσο ένιωσε ν’ αυξάνονται η ένταση και το πατριωτικό πάθος, τόσο γιγάντωνε, φούσκωναν οι φλέβες του κι ένιωθε να πρασινίζει. Όταν ο εθνικός ύμνος έφτασε στην κορύφωσή του, ο Στέλιος δεν ήταν πια μια λεκάνη με λιμνάζοντα ούρα. Ήταν ο Χουλκ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;.....&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θα χε περάσει καμιά ώρα από το ανώνυμο τηλεφώνημά του στην ασφάλεια. Περίμενε με αγωνία τις εξελίξεις. Στις ειδήσεις δεν είχαν πει ακόμα τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κανείς δεν είχε πάρει χαμπάρι τη μεταμόρφωσή του. Μόνο εκείνος πλέον έβλεπε τους άλλους καθαρά. Το κομμάτι του χελιού έχασκε μπροστά του σαν ανοιγμένο αιδοίο περιγελώντας τον. "Θα σε πατάξω!", και το κάρφωσε με το πηρούνι. Ο Ντίνος απέναντι τον κοίταζε και κουνούσε την προβοσκίδα του. Τί ώρα ξύπνησε πάλι ο ρεζίλης; Όλη την ημέρα κάθεται σ' εκείνο το κομπιούτερ και το σβήνει όταν άλλος μπαίνει στο δωμάτιο. Σαν συνομώτης, σαν ίδιος με ΑΥΤΟΥΣ. Έννοια σου, θα σε φτιάξω κι εσένα. Η Ματίνα, η φάτσα της μια μάσκα Γοργόνας, άλεθε τη μαύρη ουσία με το υπερφυσικό της σάλιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι εχθροί έλαβαν τις ψυχικές του αναδόσεις και συσπειρωμένοι απέστειλαν ισχυρό ραδιενεργό κύμα. Κι ο Χουλκ ένιωσε άξαφνα τον γνώριμο διαπεραστικό πόνο στο μέρος της καρδιάς.&lt;br /&gt;"Κυρία, κυρία, κύριο πράσινο!"&lt;br /&gt;"Και στό πα χριστιανέ μου, τα χέλια θα σε πειράξουν, αλλά τι σε νοιάζει, αφού εγώ σε τρέχω; Aμε βρε ζώον κι εσύ να καλέσεις το ΕΚΑΒ, ο πατέρας σου πεθαίνει!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο τεράστιος όγκος έκανε να πέσει στα πόδια της συζύγου μα εκείνη τραβήχτηκε. Έτσι άλλαξε γωνία την τελευταία στιγμή κι έπεσε στην αγκαλιά της Μολδαβής.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι εκεί ο Χουλκ έγινε ξανά Στέλιος. Τη μύρισε, έτριψε το μάγουλό του στην ποδιά της σα μωράκι, θυμήθηκε με πόση τρυφερότητα του έβαζε το πουλί μέσα στην πάπια εκείνη την πρώτη φορά. "Σβέτα, είσαι η σωτηρία του έθνους" της δήλωσε και μετά όλα έγιναν σκοτάδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;(με την ευκαιρία της Art Athina '07)&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-2258962417324336996?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/2258962417324336996/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=2258962417324336996' title='6 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2258962417324336996'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2258962417324336996'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/06/sympathy-for-big-green-devil.html' title='Sympathy for the devil'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-7158676311999449253</id><published>2007-06-07T09:08:00.000+03:00</published><updated>2007-06-07T09:21:55.031+03:00</updated><title type='text'>Ξημέρωμα</title><content type='html'>Η κοπέλα στο ταμείο ήταν μελαχρινή με τα πιο όμορφα μάτια. Πεινούσε και δεν είχε λεφτά - κι όμως της χάρισε ένα ταψί ολόκληρο γλυκά, που στα χέρια της μεταμορφώθηκε σε κουτί με αγγελάκια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προχωρώντας πίσω από τα φορτηγά, είδε στο γείσο του το γραμματάκι πιασμένο με συρραπτικό και σουρωμένο άγαρμπα στη μέση. Ήταν γραμμένο στη γλώσσα των ονειρανθρώπων: «Δεν έχω άλλο να σας δώσω. Να με θυμάστε γιατί δε θα ζήσω». Με τρόμο ξεδίπλωσε το χαρτί ολόκληρο και ξαναδιάβασε: “Δεν έχω άλλο να σας δώσω. Να θυμάστε ότι η Λίνα που φουρνίζει είναι ολόκληρη η ζωή μου».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το χαρτάκι έγινε στάχτη με το πρώτο φως, μα εκείνη υποσχέθηκε να μην ξεχάσει, τα λόγια της ονειροκοπέλας.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-7158676311999449253?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/7158676311999449253/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=7158676311999449253' title='2 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/7158676311999449253'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/7158676311999449253'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/06/blog-post_07.html' title='Ξημέρωμα'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-5602296534602141443</id><published>2007-05-25T13:40:00.000+03:00</published><updated>2007-10-25T15:23:04.638+03:00</updated><title type='text'>Βουγκολικόν</title><content type='html'>Προτού το Λυκοχώρι γίνει από τους πιο δημοφιλείς ταξιδιωτικούς προορισμούς, ήταν απλώς μια κουκίδα στο χάρτη της διαδρομής προς την Άνω Χώρα. Καμιά φορά ούτε καν. Την ξύλινη ταμπέλα με την επιγραφή "Ληκωχόρι" όλο την παίρναν οι αέρηδες και κανείς δεν την έβαζε ξανά στη θέση της, εξόν κι άμα έκανε περιοδεία κανάς υποψήφιος νομάρχης. Ήταν οι τελευταίοι στην περιοχή που τους βάλαν φως και νερό, αλλά ήταν τουλάχιστον ήσυχοι και δεν τους ενοχλούσε κανείς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κατάσταση άλλαξε άρδην εκείνη την αποφράδα μέρα του Μαϊου. Τότε που ο Φώντας ο νεκροθάφτης κιτρίνισε και μετά άσπρισε και μετά ανέκραξε "Θαύμα, θαύμα". Που δυο γεροντοκόρες λιποθύμησαν πάνω από την ανοιγμένη κάσα. Τότε στην εκταφή του μπαρμπα-Σταύρου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τόλεγε ο παπα-Γρηγόρης, απ΄την αρχή. Αυτό που πάγαιναν να κάνουν ήταν ιεροσυλία και πράμα του σατανά. Άλλωστε η κυρά-Λένα, η μητριά τους, ήταν μια κυρία καθώς πρέπει, κι άφηνε πεντοχίλιαρα και δεκαχίλιαρα κάθε Κυριακή στο παγκάρι. Αλλά ήταν νοστιμούλα και πολύ νεότερη από τον μακαρίτη τον μπάρμπα που της κληροδότησε όλα του τα κτήματα, όταν την άφησε μια βδομάδα πριν από ανακοπή. Οι κόρες του απ΄τον πρώτο γάμο όμως, η Μαλάμω και η Μυρτώ, ως καρακάξες έκρωζαν πως ο Σταύρος ήταν ταύρος, και πως η πουτάνα τον «έστειλε» λάχου λάχου για να του τα φάει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτε που περίμεναν να πέσει λίγο ο ήλιος όταν βγήκε τελικά η άδεια για την εκταφή και νεκροψία. Γι’ αυτό και το θέαμα ήταν οπωσδήποτε εντυπωσιακό όταν άνοιξε η κάσα: τα κόκαλα του μπάρμπα Σταύρου, άσπρα άσπρα και καθαρά σα να ταν γλειμμένα, άστραφταν εκθαμβωτικά κάτω απ΄το φως του μεσημεριού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ειδικοί από όλη την Ελλάδα πλακώσανε αμέσως στο χωριό. Τέτοια ταχύτητα σήψης ήταν πρωτοφανής στα παγκόσμια χρονικά. Ξήλωσαν τους τάφους με τη σειρά και το αποτέλεσμα το ίδιο. Οι νεκροί σε πλήρη αποσύνθεση, με κόκκαλα σα να τα είχανε βάλει στον κλίβανο και βερνικώσει. Ο παπά-Γρηγόρης δε μιλιόταν πια, μόνο έκανε "αχ, βαχ" που καταπατούσαν οι βέβηλοι τα χώματα τα αγιασμένα, μπέρδευε τα τροπάρια, ο κόσμος τον λυπόνταν και δε ζητούσαν άλλον ιερέα, στο τέλος όμως τον βρήκαν κρεμασμένο απ΄το πεύκο στην είσοδο του κοιμητηρίου. Η ύστατη πράξη διαμαρτυρίας απέδωσε. Κι οι ειδικοί έφυγαν απογοητευμένοι, μασώντας κάτι εξηγήσεις περί οξέων του εδάφους και δεν ξαναφανήκαν. Αν σας ενδιαφέρει, ο παπά-Γρηγόρης τάφηκε κανονικά, αφού όλοι απέκρυψαν την αυτοκτονία, η χήρα μέσα στην αναμπουμπούλα εξαφανίστηκε, τη μια την κόρη τη Μυρτώ, την έκλεισαν στο Δαφνί, αφού απέκτησε τη συνήθεια να ανεβαίνει στις στέγες και να πετά κεραμίδια στους περαστικούς, η δε αδελφή της η Μαλάμω, έγινε καλόγρια, που σύντομα προήχθη σε ηγουμένη. Μαθαίνω πως γράφει βιβλία για το θαύμα του Λυκοχωρίου που φεύγουν σαν τρελά και πως αυτοί που τη φθονούν για την πνευματική της πρόοδο την κατηγορούν για διαφυγόντα κέρδη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και οι ειδικοί μεν έφυγαν, όμως το Λυκοχώρι στεκόταν πια ανίσχυρο μπρος στον πολιτισμό. Η ταμπέλα ξαναγράφτηκε, "Λυκοχώρι", πλήθος ταξιδιωτών και περιέργων συνέρρεαν από όλα τα μέρη της μικρής μας χώρας. Μέσα σ' αυτούς ήταν και ο Φαίδων.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ήταν χλωμός με πεταχτά δόντια. Μισακός, αυτή τουλάχιστον ήταν η πρώτη εντύπωση. Άμα τον έβλεπες δεύτερη φορά, τον έλεγες ίσως γλυκούλη. Πρωτευουσιάνος μάλλον, δε μίλαγε ποτέ για τους δικούς του - κι ένας που ξεχνά τις ρίζες του, μόνο πρωτευουσιάνος μπορεί να ναι. Με το που ήρθε, με μια μικρή βαλίτσα μοναχά, πήγε γραμμή στο πανδοχείο και ζήτησε δουλειά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κυρ-Νίκος, ο πανδοχέας, ήλπιζε σε λίγα ακόμα ένσημα για να αποσυρθεί. Παιδιά σκυλιά δεν είχε, το πόναγε βέβαια το πανδοχείο αλλά βρήκε το μπελά του με την ξαφνική κοσμοσυρροή. Τον έπιασε και η μέση του και ο ερχομός του Φαίδωνα ήταν δώρο Θεού. Όχι πως του γέμισε το μάτι στην αρχή. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Παντρεμένος, παιδιά;" "Όχι, κυρ-Νίκο". "Καμιά γκόμενα;" "Εμ, "σύντροφος", θέλετε να πείτε..." τον διόρθωσε ο Φαίδων κατακόκκινος. Του πανδοχέα του καρφώθηκε στο μυαλό πως ο Φαίδων ήταν τοιούτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελικά όμως τα πήγανε περίφημα. Ο Φαίδων σηκωνόταν τα χαράματα, έκανε καθαριότητα, ετοίμαζε μόνος του τα πρωινά, τα μεσημεριανά, ήξερε πενήντα ειδών συνταγές με κρέας. Μμμμ, έκαναν οι κατάκοποι ταξιδιώτες μασώντας μπριζόλες από αγριογούρουνο που τις έσβηνε με κρασί, κόκκορα κοκκινιστό με μακαρόνια, μοσχαράκι λεμονάτο με πατάτες τηγανητές και άλλα που δεν τα ξέρανε. Κι όλο έρχονταν και ξανάρχονταν και ήταν χαρά Θεού να τον βλέπεις τον Φαίδωνα να τριφυρνάει σαν τη σβούρα, σκυφτούλης με τους δίσκους, αλλά πάντα χαμογελαστός με εκείνα τα πεταχτά δόντια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν ο κυρ-Νίκος έπεσε στο κρεβάτι με τη μέση του, ο Φαίδων ανέλαβε το πανδοχείο εξ ολοκλήρου. Έφερε μαστόρια, σηκώσανε ορόφους, το πανδοχείο "Ο Νίκος" έγινε το ξενοδοχείο "Η Γαλήνη". Όλα τα δωμάτια με τζάκι και κουρτίνες και καλύμματα σε παλ χρώματα, σιελ και ροζ, ή σε αποχρώσεις του πορτοκαλί. Ο κυρ-Νίκος γκρίνιαζε, πέταξε πια απροκάλυπτα πως όλα αυτά τα καμώματα ήταν αδελφίστικα, ναι, αυτή ήταν η γνώμη του, όμως το ξενοδοχείο ήταν πάντα φίσκα, όχι μόνο ξεπλήρωσαν τα δάνεια αλλά έβγαλαν τόσα λεφτά που δεν ήξεραν πια τί να τα κάνουν, κι εκείνο το βράδυ που πέθανε μετά από χίλια βάσανα, με τον Φαίδωνα στο πλευρό του ακοίμητο φρουρό, ήταν οπωσδήποτε ένας ευτυχισμένος άνθρωπος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ηρθε προσωπικό στο ξενοδοχείο. Υπάλληλοι στη ρεσεψιόν, σεφ, καθαρίστριες. Από τα ηχεία έπαιζε απαλή μουσική ή χιτ της εποχής που τα ήξεραν και τα σιγοτραγουδούσαν όλοι. Ο Φαίδων στριφογύριζε πάντα σαν αεικίνητη κι αθέατη σβούρα, καμιά φορά νόμιζες πως δεν ήταν εκεί, γύριζες, τον έβλεπες ξαφνικά και σου έκοβε τη χολή. Απέκτησε ιστοσελίδα στο ίντερνετ κι έκανε ο κόσμος ονλάιν κρατήσεις. Έρχονταν πια μόνο για το ξενοδοχείο "Γαλήνη" όπου έκαναν τα καλοκαίρια το μπανάκι τους στην τεράστια πισίνα, το χειμώνα τις περιηγήσεις τους στα χιόνια, με μια φωλιά όλο θαλπωρή να τους περιμένει. Το θαύμα του Λυκοχωρίου ξεχάστηκε στο τέλος εντελώς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Φαίδων απόψε κάθεται σε καρφιά. Οι τελευταίοι του πελάτες μόλις τελείωσαν το ποτάκι τους στο μπαρ και ανεβαίνουν σιγά σιγά στο δωμάτιο. Θα τους περιμένει μέχρι να βεβαιωθεί ότι έπεσαν για ύπνο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σβήνει την τηλεόραση στο χωλ, κλειδώνει και το μπαρ. Σβήνει όλα τα φώτα. Βάζει το παλτό του και βγαίνει έξω, κλείνοντας πίσω του αθόρυβα την πόρτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψυχρούλα, είναι άνοιξη και ο ουρανός ξάστερος. Θα βρέξει μάλλον αύριο. Προχωρά σιγά-σιγά από τον παλιό δρόμο, προσέχοντας μην κάνει θόρυβο στα χαλίκια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η πύλη του κοιμητηρίου είναι πάντα ανοιχτή. Ο παπάς κρεμάστηκε, λένε, εκεί, πριν δεκαπέντε χρόνια, και τώρα από σεβασμό; από φόβο; δεν την αγγίζει κανένας. Τί όμορφο που είναι το νεκροταφείο μέσα στη νύχτα, με τους λευκούς σταυρούς να φωσφορίζουν, τα γλαστράκια πάνω στα μάρμαρα, αλήθεια, αυτή είναι ιδανική νύχτα για πότισμα και θα έμπαινε στον πειρασμό να τα ποτίσει όλα με τη σειρά, αν δε βιαζότανε λιγάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αρχίζει να σκάβει ανυπόμονα. Το χώμα αφράτο ακόμα, νοτισμένο απ΄την υγρασία. Τα μάτια του λάμπουν από χαρά καθώς αποκαλύπτεται επιτέλους η κάσα. Ένα «ωωωπ», ανοίγει, και το γεύμα του φαίνεται λαχταριστό μπροστά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Νύχτα, ησυχία κι ο Φαίδων μασουλάει ευτυχισμένος. Ήταν μικρή κοπέλα που σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό. Τι νόστιμο μπουτάκι, με λίγα λιπαρά, θρεμμένο στον αέρα της εξοχής. Γάλακτος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όταν είχε διαβάσει τότε για το θαύμα στις εφημερίδες, ήξερε πως οι παλιοί του σύντροφοι βρήκαν νέα αποικία. Δύσκολα βρίσκει κανείς γνήσιο βιολογικό κρέας στις μέρες μας. Δεν ήρθε χωρίς κίνδυνο. Ακόμα επικυρηγμένος είναι που απαρνήθηκε τη ράτσα του, μεγαλοπιάστηκε και ήθελε να γίνει ένα με τους ανθρώπους. «Γκούουλ γεννήθηκες, γκούουλ θα πεθάνεις τρισκατάρατε», έτσι τον αποχαιρέτησε η γκουουλίνα μάνα του καθώς τον έβλεπε να φεύγει. Μα αυτός, βαθιά το ήξερε, δεν άνηκε σε αυτούς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διακόπτει τις σκέψεις του για να κοιτάξει γύρω γύρω με προφύλαξη. Μπα, αυτοί δε βγαίνουν ακόμα. Συνήθως περιμένουν το κρέας να σαπίσει για τα καλά πριν εξορμήσουν. Βρωμιαραίοι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σαφώς δεν άνηκε σ’ αυτούς. Με τρόπους τόσο ραφιναρισμένους, τόσο καλός κι ευγενικός. «Κοίταξε το Φαίδωνα, κύριος, όχι εσύ που βρωμάς κατσικίλα κι όλο μπεκροπίνεις» κρυφάκουγε τις γυναίκες του χωριού. Όλο έρχονται και του κάνουν προξενιά. Ακόμα και την κόρη του δημάρχου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν πειράζει που δε θα βρει ποτέ του ταίρι. Φτάνει που γνώρισε τον κυρ-Νίκο, το γέρο φωνακλά με τις χοντράδες του, που όμως τόσο αγαπούσε. Φτάνει που άνθρωποι καλλιεργημένοι γεμίζουν την κάθε ημέρα του με φωνές, γέλια και αρώματα. Φτάνει που τον σέβονται και που τον έχουνε δικό τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καθώς κοιτάζει τα αστέρια με ένα ξύγκι να κρέμεται από τον κάτω αριστερό κυνόδοντα και τα μάτια δακρυσμένα, σκέφτεται ότι αυτή είναι από τις νύχτες που θα ήθελε να γείρει και να μην ξυπνήσει ποτέ.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-5602296534602141443?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/5602296534602141443/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=5602296534602141443' title='11 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5602296534602141443'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5602296534602141443'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/05/blog-post_25.html' title='Βουγκολικόν'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>11</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-3110725378129992610</id><published>2007-04-30T02:24:00.000+03:00</published><updated>2008-01-31T10:38:37.885+02:00</updated><title type='text'>Det som en gang var</title><content type='html'>Εκλεισε το ξυπνητήρι που δεν είχε προλάβει να χτυπήσει. Είχε ξυπνήσει πέντε λεπτά νωρίτερα από την προηγουμένη. Οπως το περίμενε. Κάποτε ίσως να μη χρειαζόταν καθόλου ξυπνητήρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκανε το ντους της. Εφαγε γάλα με κορνφλέικς και ήπιε πορτοκαλάδα. Σιδέρωσε το ταγιέρ της, πρόλαβε ακόμη και να φορμάρει τα μαλλιά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στην εξώπορτα θυμήθηκε τον Βασίλη. Δεν τον είχε ξυπνήσει, ούτε τον φίλησε για καλημέρα. Δυσανασχέτησε λίγο με τον εαυτό της. Είχε χαλάσει δεκαπέντε χρόνων εθιμοτυπικό. Την επομένη δε θα το ξεχνούσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Αιγύπτια δίπλα μαγείρευε. Πλιγούρι κοκκινιστό, πρωί πρωί. Η οσμή του σωταρισμένου κρεμμυδιού γέμιζε το διάδρομο, έμπαινε θαρρείς στους πόρους της. "Υπανάπτυκτοι", μουρμούρισε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο αυτοκίνητο χάμω, είχε πατημένα χαρτομάντηλα. Τα κλώτσησε όπως όπως στο πεζοδρόμιο και ξεκίνησε. Οι ταχύτητες παιχνίδι στα χέρια της, ο δρόμος άδειος, μάλιστα το γκάζωσε. Εβγαλε κραυγούλες χαράς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αναψε τα φώτα στο γραφείο. Είχε φτάσει πρώτη εκείνη την ημέρα. Ανοιξε τα συρτάρια κι έβγαλε τα χαρτιά της. Δε σήκωσε καθόλου κεφάλι. Μόνο έπιασε κάποια στιγμή τον διευθυντή της, με την άκρη του ματιού, να σταυροκοπιέται, όταν την είδε. Πρώτη φορά έφτανε στο γραφείο πριν απ΄αυτόν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μέρα κύλισε δίχως να το καταλάβει. Στο διάλειμμα για φαγητό έφαγε μόνο ένα μήλο. Στις τρεις και τέταρτο ακριβώς κλείδωσε τα συρτάρια της. "Πού πας, την άλλη βδομάδα παραδίδουμε τα αποτελέσματα", της φώναξε ο διευθυντής. "Το ωράριό μου τελείωσε, αν θέλετε να με προτείνετε για υπερωρίες".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύριε στο σπίτι κεφάτη. Είχε οργανώσει τη μέρα της με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σήμερα θα έφτιαχνε γεμιστά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βάζοντας το κλειδί στην πόρτα, είδε την Αιγύπτια με την κόρη της να βγαίνουν απ΄το διαμέρισμά τους. Δεν τη χαιρέτησαν. Καλύτερα. Η μικρή είχε βλέμμα τρομαγμένο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο σαλόνι ακουγόταν η φωνή του Βασίλη. Στάθηκε στο χωλ κι έστησε αυτί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Εχει ξεφύγει. Δεν την αναγνωρίζω πια. Τί να σου πρωτοπώ...Να, σήμερα πήρε το αμάξι. Δεν ξέρει ρε μαλάκα να οδηγεί! Κι αυτό το βλέμμα...Την κοιτάζω και σα να βλέπω την &lt;em&gt;εξαποδώ&lt;/em&gt;. Ρε μαλάκα, μη γελάς!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χαμογέλασε. Θα του ήταν δύσκολο να προσαρμοστεί στη νέα κατάσταση. Οχι ότι τον αδικούσε. Την επομένη έπρεπε οπωσδήποτε να τον ξυπνήσει γλυκά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προς το παρόν, άφησε αθόρυβα την τσάντα της στο χωλ και διέσχισε το διάδρομο. Να πάει στο δωμάτιο της &lt;em&gt;εξαποδούς&lt;/em&gt;.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη χάιδεψε στο κεφάλι κάπως στοργικά.&lt;br /&gt;"Μαμά, πώς είσαι σήμερα;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γριά την κοίταξε με βλέμμα που ήταν κάποτε δικό της. Της είπε "καλά, ευχαριστώ".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εμαθε να λέει "ευχαριστώ". Αρα ήταν στην κρίσιμη καμπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ολα τ΄άλλα της τα χε πάρει. Να σηκώνεται αργά, να παραπατάει απ΄τη νύστα, να πλακώνεται στο ζαχαρούχο γάλα, ελλείψει άλλων γλυκών στο σπίτι, οπωσδήποτε και οδόντων, απέκτησε ξαφνική συμπάθεια για τον γαμπρό της και την οικογένεια δίπλα και όλο ρωτούσε "Εκείνο το κοριτσάκι, γιατί δεν έρχεται πια να μας δει;" To αμάξι της - ήταν δεινή οδηγός η μαμά, όλοι είχαν να το λένε - το χε αφήσει σε αχρηστία από τα πρώτα στάδια της ασθένειας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχαν έρθει τα πράγματα περίεργα τελικά. Ολο προσευχόταν και παρακαλούσε για τη μαμά, ετεροχρονισμένες τύψεις, φόβος, σε τίποτα δεν της είχε πάρει, τόσο δειλή αυτή και η μαμά τόσο ζωντανή, όλοι την φοβούνταν και την έτρεμαν, τόση δίψα για ζωή να πάει χαμένη, καλά της τα λεγε όμως ο Βασίλης από τότε "Μην κάνεις έτσι, οι νεκροί ζουν πάντα μέσα μας".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τελικά έγιναν όλα όπως έπρεπε. Αλλωστε ζωή δική της δεν είχε ποτέ.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-3110725378129992610?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/3110725378129992610/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=3110725378129992610' title='11 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/3110725378129992610'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/3110725378129992610'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/04/det-som-en-gang-var.html' title='Det som en gang var'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>11</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-3450256606089609437</id><published>2007-04-11T02:59:00.000+03:00</published><updated>2007-10-05T13:13:32.537+03:00</updated><title type='text'>Η αρρώστια</title><content type='html'>Όταν άνοιξε τα μάτια, ήταν ακόμα σκοτάδι. Το τόσο πρωινό ξύπνημα ήταν αδιάψευστο σύμπτωμα τύψεων για ένα ακόμα χαμένο βράδυ. Η τελευταία αυτή εντύπωση επιβεβαιώθηκε όταν αντίκρισε το λάφυρο της χθεσινής νύχτας που κοιμόταν πλάι του, ροχαλίζοντας ελαφρά. Αποφάσισε να σηκωθεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήγε στην κουζίνα να ετοιμάσει καφέ. Ήταν γλυκό ξημέρωμα και προμήνυε μια όμορφη μέρα. Λίγο έλειψε μάλιστα να ξεχαστεί, όμως η ματιά του έπεσε, όμοια κι απαράλλακτα με κάθε μέρα, στον ηλεκτρικό στίφτη πορτοκαλιού. Και, όμοια κι απαράλλακτα, επανήλθαν οι τσιμπιές στην καρδιά κι ανάσανε με ανακούφιση - ήταν ακριβώς η αρρώστια του που τον κρατούσε ζωντανό. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Να τον πάρουμε”, του τον είχε δείξει εκείνη με το δάχτυλο, «ηλεκτρικός στίφτης, οικογενειακός, καλύτερα απ΄το να μας βγαίνει η Παναγία με τον άλλον τον παλιό". Κι εκείνος είχε χαμογελάσει, που σιγά μη χαλούσε το πρωινό της ραχάτι για να σηκωθεί να του στίψει πορτοκαλάδα, όμως η λέξη «οικογενειακός» από μόνη της του είχε φανεί σαν επισφράγιση συμφωνίας. Και τον αγόρασαν. Δεν τον έβγαλε απ΄τη συσκευασία του, παρά αφού εκείνη είχε φύγει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε δωμάτιο κι ένα κεφάλαιο της ιστορίας. Απορούν οι φίλοι, πώς ένας τόσο γνωστός γλύπτης επιμένει να κατοικεί στο ίδιο διαμέρισμα, σε μια μάλλον ύποπτη συνοικία. Σαφώς παραμένει πάντα του σεμνός και προσγειωμένος, καταλήγουν - άλλο αν εκείνη διέθετε μεν ταλέντο στο να διαβλέπει την υπόσχεση κι άλλο τόσο στο να την ακυρώνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο διάδρομος που βγάζει στο ατελιέ. Άκουγε τα βήματά της και είχε τα χέρια του σφιγμένα γύρω από ένα γύψινο λαιμό. Είχε περάσει ένας χρόνος και δε μπόρεσε τίποτα να φτιάξει, ούτε μία προτομή. Κι εκείνη ερχόταν και στεκόταν στο κούφωμα της πόρτας, φορώντας ένα νεγκλιζέ με χαλαρά τιραντάκια, σαν τη Λωρήν Μπακόλ, και κάπνιζε στάζοντας βολικά στη γλάστρα - αργότερα και στο πάτωμα ακόμα, τότε που είχε συνειδητοποιήσει για τα καλά ότι ο μποέμ δημιουργός ήταν στην πραγματικότητα ένας γεροντοκόρος με εμμονή με την καθαριότητα, συν τοις άλλοις, κι έπρεπε με κάποιο τρόπο να του ξεπληρώσει την απάτη. Δεν έλεγε τίποτα, μόνο καθόταν εκεί και τον κοίταζε κι τότε αυτός φοβόταν. Φοβόταν γιατί τα χέρια του είχαν πάρει πια το σχήμα του λαιμού και ήξερε πως μια της λέξη μόνο θα ‘φτανε. Μια μόνο λέξη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τη λέξη την είπε προτού βροντήξει πίσω της την πόρτα. "Ανίκανε!". Όχι, αυτό δεν ήταν υπόνοια για τη σεξουαλική τους ζωή. Θα είχε πολλές μαρτυρίες για την υπερεπάρκειά του, αν τα μοντέλα του ήταν σε θέση να μιλήσουν, και μάλλον το σεξ ήταν και το μοναδικό που την κράτησε κοντά του μέχρι τότε. Mα του έφτασαν οι επόμενοι μήνες για να τη βρει την άκρη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τότε που άρχισαν να τον γράφουν για πρώτη φορά οι στήλες. Των εικαστικών. Εκείνος που για έναν χρόνο δεν μπόρεσε τίποτε να ολοκληρώσει, έκανε τώρα έκθεση, και μάλιστα ατομική. Οι ηρωίδες του, οι εκφράσεις τους, ο τρόμος του θανάτου αποτυπωμένος σε γύψο, έκαναν αίσθηση σε κοινό και κριτικούς. Μα πού κρυβόταν τόσο καιρό τέτοιο ταλέντο; Τόσο βλάσφημα έργα τα έργα του που έγιναν αμέσως  ανάρπαστα. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνη άραγε να τα διάβαζε αυτά; Μα τί σημασία είχε; Του είχε αφήσει την αρρώστια, σαν γλάστρα που μεγάλωνε με στάχτες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Αλίκη Σεβαστάκη του χαμογελούσε τώρα απ΄το βάθρο της. Δεν ήταν ακριβώς χαμόγελο, μάλλον γκριμάτσα. Η πρώτη απευθείας του ανάθεση, τα εγκαίνια του θεάτρου "Αλίκη" θα γίνονταν σε μια εβδομάδα, "πρώτης τάξεως ευκαιρία να καθιερωθείς", είχε πει η ατζέντισσά του. Έπρεπε να φτιάξει ένα χαμόγελο και του έλειπε η πρώτη ύλη. Μάταια προσπαθούσε να το ξεσηκώσει από τα νοικιασμένα DVD, που τα έβλεπε μετά τα μεσάνυχτα με αρρωστημένη προσήλωση. Η κίνηση της σιαγόνας της νεκρής ηθοποιού, οι μυς που τεντώνονταν σε μια παρωδία χαμόγελου, μα όλα πλέον ήταν μια παρωδία, κι αυτός ένας α ν ί κ α ν ο ς, ή μήπως όχι, μα είχε άραγε σημασία, εκείνη είχε ήδη βγάλει την ετυμηγορία της κι αυτό ήταν παρήγορο, εδώ που τα λέμε, πώς να πορευτεί κανείς στη ζωή χωρίς να έχει κάποιο έστω στοιχείο για ν΄αρχίσει; Μια λανθασμένη, έστω, ετυμηγορία. Πόσων η ζωή δεν σφραγίστηκε από δικαστική πλάνη;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα όμως ένιωθε ένα ρήγμα στην τόση σιγουριά του. Δεν ήξερε αν ήταν το τόσο γλυκό ξημέρωμα, δεν ήξερε αν έφταιγε η Σεβαστάκη και το γαμώγελό της, μα τί σκεφτόταν ο ηλίθιος όταν αποδεχόταν την ανάθεση, δεν ήταν αυτά πράγματα γι αυτόν, και φάνηκε μέχρι τώρα τόσο προσεκτικός. Οι μούσες του ήταν όλες φρέσκιες. Προπάντων μη αναγνωρίσιμες. Αλλά η Σεβαστάκη, η διάσημη ηθοποιός, το "χαμόγελο"... Η απάτη θα αποκαλυπτόταν σε μια βδομάδα με το τράβηγμα του πανιού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αν τουλάχιστον είχε σε κάτι να ελπίζει. Κάποτε να γύριζε εκείνη πίσω αποκαρδιωμένη από άλλες ακυρωμένες υποσχέσεις. Να του στιβε εκείνη τη γαμημένη την πορτοκαλάδα, που, στην τελική, ούτε που έπινε χυμούς πρωί πρωί, του έφερναν ξυνίλα, να τον ανακάλυπτε ξανά απ΄την αρχή κι ίσως να άλλαζε την ετυμηγορία της στην έφεση, ποιος ξέρει, σίγουρα ξημέρωνε μια ωραία μέρα κι εκείνος βούλιαζε όλο και πιο βαθιά στο ρήγμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γύρισε στο υπνοδωμάτιο να διώξει την ξένη, για αρχή. "Σήκω" της είπε, όχι τόσο δυνατά όσο σκόπευε. Ήταν τύφλα το προηγούμενο βράδυ κι ούτε που θυμόταν από πού τη μάζεψε αυτήν, από τη γκαλερί που του σέρβιραν τη μπόμπα, από το δρόμο; Και σίγουρα η συγκεκριμένη δε θα του χρησίμευε σε τίποτα. Συνηθισμένο πρόσωπο, όπως την έβλεπε προφίλ, μάλλον χυδαίο, η κοπέλα τεντώθηκε και γύρισε προς το μέρος του κοιμισμένα, χαμογελώντας ειρηνικά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το χαμόγελο. Το χαμόγελο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα φαντάσματα ξεχύθηκαν μεμιάς από το ρήγμα κι ο γλύπτης έκλαψε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την ώρα που έβαζε το μαντήλι με το χλωροφόρμιο στη μύτη της, μαλακά για να μην την ξυπνήσει, που άπλωνε τον υγρό γύψο στο πρόσωπό της με στοργή, σκεφτόταν πως η Αλίκη Σεβαστάκη θα αποκτούσε επιτέλους το χαμόγελό της, και πως όλα θα πήγαιναν καλά, και η μέρα ήταν όμορφη, όπως την είχε φανταστεί, και του πέρασε απ΄το μυαλό - για πρώτη ίσως φορά - ότι ναι, ήταν κι αυτός ι κ α ν ό ς, ήταν κι αυτός ικανός ν’ αγαπήσει.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-3450256606089609437?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/3450256606089609437/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=3450256606089609437' title='8 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/3450256606089609437'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/3450256606089609437'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/04/blog-post_11.html' title='Η αρρώστια'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>8</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-2863065153605840641</id><published>2007-03-17T02:24:00.000+02:00</published><updated>2007-03-17T02:52:00.332+02:00</updated><title type='text'>Στην Κ.</title><content type='html'>&lt;div align="justify"&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.fileden.com/files/2006/12/16/519589/03%20-%20Black%20Widow%20-%20Theme%20For%20Abingdonia.mp3"&gt;Theme For Abingdonia&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Σήκω!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σύρθηκε λίγο ακόμα &lt;strong&gt;πρηνηδόν&lt;/strong&gt; μέχρι που χτύπησε κάτι μεταλλικό. Αουτς. Εξυσε το πονεμένο της κεφάλι στο σημείο που βρήκε την αγκράφα και μεμιάς δυο ζευγάρια φτερά τη σήκωσαν στα πόδια της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μα δε μπορώ" διαμαρτυρήθηκε. "Απόψε είμαι η σαύρα".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Οι σαύρες δε μπορούν να τραγουδήσουν", είπε ο Kip, η φάτσα του μια μάσκα &lt;strong&gt;δρυοκολάπτη&lt;/strong&gt;. "Κόψε επιτέλους τις βλακείες".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αφησε πειθήνια να της φορέσουν τη μάσκα του τρελού, κρατώντας την κοιλιά της, που είχε αρχίσει να ξεφλουδίζει ορατά, σαν τα ράμματα της πληγής που έφαγε ο σκύλος και κακοφόρμισε. Μόνο να μην καταλάβουν τίποτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Alex εν τω μεταξύ, συνέχιζε την επιθεώρηση και οι μπότες με τις μεταλλικές αγκράφες σκότωναν μια ουβερτούρα του Βάγκνερ σε κάθε βήμα. "ΟΚ, παιδιά, προχωράμε".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πίσω το βουβάλι έσερνε τη ντραμς σε καροτσάκι. Πιο μπροστά χοροπηδούσαν αγκαζέ ο τσαλαπετεινός με το γεράκι. Ολα τα όργανα καλοκουρδισμένα, ένα χαρούμενο &lt;strong&gt;οικοσύστημα &lt;/strong&gt;στο δάσος της Abingdonia.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μα τί κάνει επιτέλους ο τρελός; Γιατί δεν τραγουδά;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή τη φορά δεν περίμενε να την προγγήξουν. Βοήθησαν και οι κλωτσιές στην κοιλιά, όσο νάναι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.fileden.com/files/2006/12/16/519589/15%20-%20Black%20Widow%20-%20Madmans%20Song%20(Previously%20Unreleased).mp3"&gt;Madman's Song&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είχαν φτάσει στο ξέφωτο όταν τελείωσε την τελευταία στροφή. Οι νύμφες ήταν ήδη μαζεμένες γύρω απ΄τη φωτιά, άλλες χόρευαν και τραγουδούσαν κι άλλες διόρθωναν το μακιγιάζ τους. Είχε δώσει την ερμηνεία της ζωής της, αλλά δεν τη χειροκρότησε κανείς. Σύρθηκε παραπονεμένα στη γωνία. Χαϊδευε την κοιλιά της, χαζεύοντας τις φλογερές αποχρώσεις απ΄το &lt;strong&gt;γιαταγάνι&lt;/strong&gt; στο βωμό, και κατέστρωνε το σχέδιό της: θα περίμενε τη στιγμή που δε θα την έβλεπε κανείς, για να τους ξεφύγει, ή τη στιγμή που θα είχαν όλοι τόσο νυστάξει απ΄τις μπύρες που δε θα την έβλεπαν ούτως ή άλλως. Ηταν τόσο συνεπαρμένη από τη μεγαλοφυία του σχεδίου αυτού, που την πήρε ο ύπνος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;a href="http://www.fileden.com/files/2006/12/16/519589/12%20-%20Black%20Widow%20-%20Attack%20Of%20The%20Demon.mp3"&gt;Attack Of The Demon&lt;/a&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξύπνησε απότομα κι ένιωσε τα υγρά της πάνω στον πέτρινο βωμό. Από πάνω της η καυτή ανάσα της Μαύρης Χήρας. Είχε αργήσει πολύ. Το σάλιο κοκκαλωμένο στον αέρα, σε μια γυαλένια &lt;strong&gt;αγκύλωση&lt;/strong&gt;, θα έπεφτε σε λίγο να τυλίξει τον αφράτο μεζέ και οι έγκυες γυναίκες έχουν νόστιμο κρέας, και η κοιλιά της κούφια, και μετά κατάλαβε, δεν ήταν τα δικά της υγρά, το μωρό της θα το είχαν ήδη μοιραστεί σε πρόσφορα, τον πλακούντα θα τον πήρε η πιο ωραία απ΄τις νύμφες, για υγεία κι ευεξία, κι όταν ήρθε καταπάνω της ο Kip άνοιξε το στόμα, μα δεν πρόλαβε να πει, γιατί με το ράμφος του έσκαβε ήδη το λαρύγγι της: "ό,τι πολυτιμότερο είχες, το είχες εδώ μέσα".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξύπνησε απότομα σε μια ζεστή πνιγηρή υγρασία, σα να γλιστρούσε σε ζεστό λαρύγγι. Ομως ήταν μόνο η αγκαλιά του άντρα που της είχε κάνει πρόταση εκείνο το ίδιο βράδυ. Ευχαρίστησε τη Μαύρη Χήρα και ξαναβυθίστηκε στον ύπνο, σίγουρη πια για την απόφασή της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/div&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5042685580454429282" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://3.bp.blogspot.com/_nJmUUDkyfYE/Rfs30XD4gmI/AAAAAAAAAA0/cyQ8UEVkgUs/s320/Kay.jpg" border="0" /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;H Kay Garret (1949- ) ήταν από τις πλέον υποσχόμενες τραγουδίστριες της γενιάς της, μια εξαιρετική φωνή. Από το 1966 μέχρι το 1970 τραγούδησε στο συγκρότημα Pesky Gee! που έμελλε να εξελιχθεί στο πρώτο "επισήμως" satan-rock συγκρότημα, τους Black Widow. Αφού ηχογράφησαν το πρώτο τους demo με τη νέα τους επωνυμία, ανακοίνωσε την αποχώρησή της από τη μουσική σκηνή για να παντρευτεί και να κάνει οικογένεια. &lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα εργάζεται στην Air Ambulance και έχει δυο παιδιά. Στο επίσημο σάιτ αναφέρεται ότι επιθυμεί (στα 58 της χρόνια) να ξανατραγουδήσει - πράγμα που ελπίζω να είναι απλά κακό αστείο. Το κείμενο της αφιερώνεται με πολλή αγάπη.&lt;/em&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-2863065153605840641?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/2863065153605840641/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=2863065153605840641' title='9 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2863065153605840641'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2863065153605840641'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/03/blog-post_17.html' title='Στην Κ.'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://3.bp.blogspot.com/_nJmUUDkyfYE/Rfs30XD4gmI/AAAAAAAAAA0/cyQ8UEVkgUs/s72-c/Kay.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>9</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-2945275077320963364</id><published>2007-02-23T08:34:00.000+02:00</published><updated>2007-02-23T08:58:44.026+02:00</updated><title type='text'>Αποστάτης</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;strong&gt;Παρασκευή&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Γύρισα σπίτι πριν δέκα λεπτά. Η μαμά ήταν πάλι ξύπνια. Μου τη δίνει να τη βλέπω απότομα μπροστά μου με εκείνη την άσπρη ρόμπα, σαν το φάντασμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μα να γυρνάς νυχτιάτικα, με τόσους εγκληματίες". Τα ίδια κάθε φορά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έλαβα σήμερα ενημέρωση. Η αποικία της Τσάου Σάρα καταστράφηκε ολοσχερώς από άγνωστα όντα και οι επόμενοι, φοβάμαι, είμαστε εμείς. "Μην κάνετε τίποτα. Θα αναλάβουν οι Ομοσπονδιακοί" είπε ο Αρχηγός. Είμαι λοιπόν σε κατάσταση αναμονής. Αύριο αναμένονται εξελίξεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;strong&gt;Σάββατο&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Η ημέρα μου στη δουλειά: πέρασα όλο το τετράωρο να βγάζω φωτοτυπίες τα τιμολόγια. Η Γιον καθόταν στο γραφείο και μασούλαγε κράκερς. Είναι έγκυος, θα πειράξει, λέει, το παιδί η ακτινοβολία του φωτοτυπικού. Εγώ μια φορά τον καρκίνο τον έχω σίγουρο. Χα χα. Τρακόσια τιμολόγια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Αρχηγός μας έστειλε περιπολία στον υδρευτικό σταθμό. Εννοείται ότι τα Ζεργκ είχαν ήδη μολύνει το Κέντρο Εντολών της Μαρ Σάρα. Δε διστάσαμε. Κάναμε ντου και τα κάναμε όλα ρημαδιό. Ναι, το Κέντρο Ελέγχου μας ανήκει πλέον στο παρελθόν - για να το πω ποιητικά. Ηρθε γρήγορα γρήγορα και το μήνυμα του Αρχηγού: δε σας έδωσα εγώ τέτοια εντολή! Μας πρόσταξε να παραδώσουμε τα όπλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;strong&gt;Δευτέρα&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Την άλλη εβδομάδα έχουμε υπερωρίες. Μας το ‘πε πρωί πρωί ο προϊστάμενος. Πήγα και τον βρήκα στο γραφείο του. Του εξήγησα ότι η μαμά είναι κατάκοιτη. Εχει αρθριτικά. Εμένα περιμένει να την ταϊσω, να την πάω τουαλέτα. Τίποτα. "Κι εγώ έχω γυναίκα και παιδιά, δεν κάνουμε εξαίρεση για κανέναν".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο προϊστάμενός μου πάντα ξημεροβραδιάζεται στο γραφείο. Είναι τόσο αποτελεσματικός και τόσο απαραίτητος, που αν δεν είναι εκεί, βρέξει-χιονίσει, το γραφείο θα βουλιάξει. Βέβαια η αλήθεια είναι διαφορετική: Η γυναίκα του τον διώχνει απ΄το σπίτι. Δε γουστάρει να τον βλέπει. Το άκουσα που το έλεγε το αφεντικό σε έναν επισκέπτη. Και γω, αν ήμουνα στη θέση της δε θα ήθελα να τον βλέπω - οπότε τον πιστεύω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα περισσότερα κέντρα έχουν πλέον μολυνθεί από τα Ζεργκ. Αυτό σημαίνει ότι η Μαρ Σάρα πρέπει να εκκενωθεί ΑΜΕΣΑ. Ηρθα σε συνεννοήσεις με μια παρακρατική ομάδα, τους Υιούς της Κόρχολ. Θα δεχτούν να στείλουν σκάφη στην αποικία μας, με την προϋπόθεση να τους βοηθήσω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν μου αρέσει αυτό που κάνω. Είναι όμως αναγκαίο. Μετά από όσα συνέβησαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;strong&gt;Τετάρτη&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Τα νέα της συμμαχίας μου με τους παρακρατικούς ταξίδεψαν γρήγορα. Είμαι επίσημα πλέον σε διαθεσιμότητα. Aποστάτης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πριν την τελική εκκένωση κάναμε επιδρομή στο επιτελείο. Να πάρουμε δισκέτες και ό,τι φόρμουλα μπορούσαμε να βρούμε για μυστικά όπλα. Στο εργαστήριο μας περίμενε μια μεγάλη έκπληξη. Ζεργκ πειραματόζωα σε γυάλινους θαλάμους!&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστε οι Ομοσπονδιακοί γνώριζαν για τα Ζεργκ πριν ακόμη αυτά εισβάλλουν στην αποικία! Πιθανότατα τα εκκόλαπταν τόσο καιρό μέσα στο εργαστήριο. "Δημιουργούμε ένα νέο είδος εχθρού, τα αφήνουμε ελεύθερα κι αφού τρομοκρατηθεί ο πληθυσμός ερχόμαστε μετά σα σωτήρες!" Ηξερα ότι η εξουσία σε κάνει ικανό για τα πάντα, τέτοιο βαθμό αρρώστιας όμως δε θα μπορούσα ποτέ να διανοηθώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ήταν η μόνη "αφύπνιση" της ημέρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ξέχασα τις συνταγές της μαμάς στο γραφείο. Τις είχα βγάλει απ΄την τσάντα, να κατέβω στο φαρμακείο, μα το ξέχασα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήγα λοιπόν κατά το βραδάκι να τις πάρω. Ισα που το προλάβαινα το φαρμακείο πριν κλείσει. Ανοίγει η πόρτα του ασανσέρ και τί βλέπω; Τον προϊστάμενό μου να έχει στριμώξει την Κυ-ον πάνω στο γραφείο του. Πρόλαβα να δω κι άλλα πράγματα, που δε θέλω να τα γράψω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ωστε αυτή είναι η δουλειά που ρίχνει κάθε βράδυ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αφησα την πόρτα του ασανσέρ να κλείσει κι έφυγα. Ευτυχώς δε με είδαν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;strong&gt;Πέμπτη&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Δε μπορώ να βγάλω απ΄το μυαλό μου τη χθεσινή σκηνή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θέλω να πω, τη συμπαθούσα την Κυ-ον. Κι αυτή φαινόταν να με συμπαθεί. Δε μου το χε δείξει καθαρά, αλλά ήταν φως φανάρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τί έγινε λοιπόν ξαφνικά;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να της άρεσε...αυτός; Να τα 'θελε; Αν υποψιαστώ ότι την εκβίασε, ας πούμε, για να του καθήσει, θα το σκοτώσω το κάθαρμα. Μάρτυς μου ο Θεός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι όμως εκείνη φαίνεται σήμερα μια χαρά. Σα να μη συνέβη τίποτα. Ηρθε μάλιστα και μου μίλησε. "Θα ρθεις μαζί μας μετά για ένα ποτό;" Της είπα πως μετά έχω δουλειά στο σπίτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...........&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τί να της έλεγα δηλαδή;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Παρασκευή&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ελεγα καμιά φορά πως θέλω να σκοτώσω όλον τον κόσμο. Mου δόθηκε σήμερα η ευκαιρία, στην ανταρσία της Αντίγκα Πράιμ κόντρα στους Ομοσπονδιακούς. Εφαγα κι εγώ δεν ξέρω πόσους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εκείνος που βασικά θα ήθελα να φάω, για σήμερα τη γλίτωσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί σήμερα δεν πήγα στη δουλειά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Σάββατο&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγινε χαμός στο γραφείο. Ο μαλάκας με ξεφτίλισε μπροστά σε όλους. Που δεν πήγα στη δουλειά, και τα ρέστα. Οσο για μένα...δεν ήμουν αρκετά γενναίος ώστε να ΜΗΝ του πάω χαρτί γιατρού. Ο δρ-Μπαϊ, ο γέρος που μένει κάτω από μας, σου γράφει οτιδήποτε, για λίγο χαρτζηλίκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ολη την υπόλοιπη μέρα τριγυρνούσα σαν το Φάντασμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τα Ζεργκ έλκονται από τις ψυχικές αναδόσεις των Φαντασμάτων. Μάλλον γι αυτό πάντα τραβάω όλους τους μαλάκες κι όλες τις μαλακισμένες. Αλλά όλοι έχουν βολευτεί στον Ζεργκόκοσμό τους. Η Κυ-ον-Ζεργκ γαμιέται ελεύθερα, η Γιον-Ζεργκ είναι πάντα έγκυος και μασουλάει κράκερς, ο προϊστάμενος-Ζεργκ τα κανονίζει όλα μια χαρά: δουλειές και γκόμενες μαζί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγώ είμαι που πρέπει να την κάνω απο κει. Το συντομότερο δυνατόν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Κυριακή&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πήγαμε με τη μαμά στην παραλία του Μπουζάν. Ωραία ήταν, αν και είχε πολύ κόσμο. Eσκαψα λακκούβα στην άμμο κι έθαψα τα πόδια της μαμάς. Της κάνει καλό στα αρθριτικά. Πήραμε και δυο γρανίτες φράουλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εγλειφα αργά αργά και δεν ήθελα να τελειώσει. Να μου πάρει όλη την πίκρα. Σα να ταν η τελευταία γρανίτα που θα τρωγα ποτέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρω γιατί. Είναι που υπήρξα αρκετό καιρό αποστάτης. Ο αποστάτης διοικητής της Μαρ Σάρα. Στην επόμενη πίστα θα γίνω κι εγώ Ζεργκ, στη μεθεπόμενη κάτι άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οταν όμως γίνω σαν τους άλλους, τότε θα πρέπει να τους καταλάβω. Να τους συγχωρέσω, αν είναι δυνατόν. Ισως, όταν γίνω κ εγώ Ζεργκ, να συγχωρήσω την Κυ-ον, κι όλους τους άλλους. Αυτό δεν ξέρω αν μπορώ να το αντέξω. Εζησα παρέα με το μίσος μου πολύ καιρό. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να τα βγάλω πέρα χωρίς αυτό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μαμά μου χαμογελούσε με εμπιστοσύνη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω τί θα γίνει στο τέλος αυτού του παιχνιδιού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;strong&gt;Δευτέρα&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Σήμερα δεν είχε τιμολόγια να βγάλω φωτοτυπίες. Σήμερα καθόμουν στον υπολογιστή κι έγραφα. "Γαμιέστε, γαμιέστε, γαμιέστε". Γέμισα ολόκληρη κόλλα. Μετά την τύπωσα και την κοίταζα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αμα την κοιτάς από πολύ κοντά και για πολλή ώρα, βλέπεις μια κουκίδα στο κέντρο ν' αναβοσβήνει. Αλήθεια. Να ξέρετε ότι εγώ το ανακάλυψα. Ο εφευρέτης Λη. Δίπλωσα την κόλλα και κάπου τη φύλαξα, να την κοιτάζω καμιά φορά, να μου φτιάχνει το κέφι. Δε θυμάμαι που την έβαλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η καταστροφή του τελευταίου οχυρού των Ομοσπονδιακών στην Ταρσόνις ήταν απλά ένα μπόνους. Νομίζω πως πλέον αναπνέω καλύτερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;strong&gt;Τρίτη&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η καθαρίστρια βρήκε το χαρτί με τα "γαμιέστε" πάνω στο καλοριφέρ. Εκεί το είχα παρατήσει τελικά. Νόμισε πως ήταν μυστικό του κράτους και το έδωσε στον προϊστάμενό μου. Η ηλίθια. Αλλά αν δεν ήταν τόσο ηλίθια, δε θα χε μείνει καθαρίστρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με κάλεσε σε απολογία. Ο προϊστάμενος. "Εσύ τα έγραψες αυτά;". Γιατί το χαρτί βρέθηκε στη ΔΙΚΗ μου μεριά του καλοριφέρ. Τί να πω; Αυτό που θα πρεπε να πω είναι πως δεν έχει κανένα δικαίωμα να κατηγορεί τον κόσμο χωρίς αποδείξεις. Αλλά...Δύναμη. Περηφάνεια. Πειθαρχία. Τα ιδεώδη του Διοικητή μιας Αποικίας. "Ναι, εγώ τα έγραψα". "Αυτά κάνεις την ώρα της δουλειάς;" Το χνώτο του βρώμαγε σα διάολος. "Αν αυτή είναι η γνώμη σου για τον εργοδότη και τους συναδέλφους σου... (το "γαμιέστε" εννοούσε)". Να μην πολυλογώ, με απέλυσε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν κατάλαβε ο ηλίθιος ότι μου έκανε χάρη. Μάζεψα τα συμπράγκαλά μου κι έφυγα, ανάλαφρος σαν πουλάκι. Μόνο με την Κυ-ον στενοχωρήθηκα λιγάκι. Ηρθε στο γραφείο μου και μου ευχήθηκε "καλή τύχη". Σήμερα μύριζε γιασεμί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σχεδόν σαν άνθρωπος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;***&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;em&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Την Τετάρτη 3 Αυγούστου 2005, ο Λη από την Τaegu της Νότιας Κορέας, επισκέφτηκε το ίντερνετ καφέ για να ολοκληρώσει το videogame StarCraft που έπαιζε τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Ηταν άρτι απολυθείς λόγω απεθαρχίας κι απουσιών, εφόσον συχνά δεν πήγαινε στη δουλειά του για να παίζει ηλεκτρονικά παιχνίδια. Επαιξε σχεδόν 50 ώρες, με ελάχιστο φαγητό και ανάπαυση. Η μητέρα του ανησύχησε που δε γύρισε σπίτι κι έστειλε τους πρώην συναδέλφους του να τον ψάξουν. Τους είπε ότι μόλις ολοκλήρωνε την παρτίδα θα επέστρεφε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το Σάββατο 6 Αυγούστου 2005 ο Λη εξέπνευσε, πιθανόν από καρδιακή ανεπάρκεια, απόρροια εξάντλησης. Είχε μόλις ολοκληρώσει το παιχνίδι. &lt;/span&gt;&lt;/em&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-2945275077320963364?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/2945275077320963364/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=2945275077320963364' title='26 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2945275077320963364'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2945275077320963364'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/02/blog-post_23.html' title='Αποστάτης'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>26</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-3329168046726689061</id><published>2007-02-22T10:31:00.000+02:00</published><updated>2007-02-22T10:35:16.760+02:00</updated><title type='text'>Στο τέλος τέλος...</title><content type='html'>...δωρεά χωρίς θυσία δε γίνεται, οπότε ας αγκαλιάσω το αυτονόητο, σαν τα νηστικά πρωινά και τα μούσλι στη δουλειά που δίνουν υγεία. Κι ο καλαμένιος άνθρωπος ανήκει στα χρόνια τα παλιά. Λάθος παραλληλισμός, λάθος ξόρκι, σα να μην έφτανε μόνο η κακοτεχνία. &lt;br /&gt;Αυτά σκεφτόμουνα εχθές που χάιδευα το παιδάκι, στο χεράκι που φυτρώναν παπαρούνες κι ένιωθα λίγο χρυσόψαρο, καθώς έβλεπα τα πράγματα πάλι με νέα μάτια. Όμως θα συνεχίσω τις γυροβολιές με ήρεμη χαρά και το παιδάκι αγκαλιά να χτυπάει παλαμάκια και θα ελπίζω. &lt;br /&gt;Θα ελπίζω.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-3329168046726689061?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/3329168046726689061'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/3329168046726689061'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/02/blog-post_22.html' title='Στο τέλος τέλος...'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-2892086207759097486</id><published>2007-02-21T11:41:00.000+02:00</published><updated>2007-02-21T11:45:23.227+02:00</updated><title type='text'>Ευχαριστία</title><content type='html'>Και πάνω που ‘κλεισα τα μάτια&lt;br /&gt;Κι ονειρευόμουνα καμπάνες&lt;br /&gt;Γκλιν γκλαν σαν καρδιά μεταλλική&lt;br /&gt;Ύπνο ως τον καιρό της δόξας &lt;br /&gt;Ώσπου το γηραιό κορίτσι &lt;br /&gt;Να σκύψει στο χώμα&lt;br /&gt;Θυσία στον καλαμάνθρωπο για καλή σοδειά &lt;br /&gt;Και καλή τύχη,&lt;br /&gt;Με ξύπνησε η ηλιαχτίδα,&lt;br /&gt;Δωρεά χωρίς αντάλλαγμα,&lt;br /&gt;Δωρεά χωρίς θυσία&lt;br /&gt;Κι ο καλαμάνθρωπος ξύπνησε και η γη εσείσθη&lt;br /&gt;Και το πορτάκι του στέρνου άνοιξε διάπλατα&lt;br /&gt;Να με χτυπήσει η μέρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και δάκρυσα Θεέ &lt;br /&gt;Για το μέγα έλεός Σου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-2892086207759097486?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2892086207759097486'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2892086207759097486'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/02/blog-post_21.html' title='Ευχαριστία'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-5949783628518416782</id><published>2007-02-20T09:54:00.000+02:00</published><updated>2007-02-20T09:57:15.798+02:00</updated><title type='text'>Ο καλαμένιος άνθρωπος (αντί προσευχής)</title><content type='html'>Τα νέα κόλπα πια δεν πιάνουν&lt;br /&gt;Μαγικό κακότεχνο σφυρίζω&lt;br /&gt;Καθώς θεμέλια 42 μέτρα βάθος σκάβω &lt;br /&gt;Σφάζω στο χώμα αϋπνία&lt;br /&gt;Κι απ΄την αρχή πάλι σε πλέκω&lt;br /&gt;Γάμπες, γόνατα, μηρούς,&lt;br /&gt;Μίτος εντέρων αντοχής,&lt;br /&gt;Μπράτσα ζυμωμένα με κρέμα ενυδατική&lt;br /&gt;Καινούργια δόντια, στόμα, και φιλί ζωής,&lt;br /&gt;Δεν αφουγκράζομαι σαν άρπαγας&lt;br /&gt;να πάρω ανάσα να την κάνω ποίημα&lt;br /&gt;Μα κάνω ποίημα να σου δώσω ανάσα&lt;br /&gt;Και μετά να σε ανοίξω και να χωθώ στο κούφιο στέρνο&lt;br /&gt;Βουλώνοντας τ΄αυτιά από τον χτύπο της καρδιάς&lt;br /&gt;Μεταλλικό γκλιν γκλαν γκλιν γκλαν&lt;br /&gt;Και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης&lt;br /&gt;Κρίναι ζώντας και νεκρούς&lt;br /&gt;Εις τους αιώνας τον αιώνων αμήν.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-5949783628518416782?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5949783628518416782'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5949783628518416782'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/02/blog-post_20.html' title='Ο καλαμένιος άνθρωπος (αντί προσευχής)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-4775706275648876307</id><published>2007-02-01T09:15:00.000+02:00</published><updated>2007-02-01T09:17:14.666+02:00</updated><title type='text'>Το σκιάχτρο</title><content type='html'>"Ωστε μας φεύγετε τόσο πρωί;"&lt;br /&gt;"Τώρα είναι καλά. Μετά θα πέσει κίνηση"&lt;br /&gt;"Ελπίζω να περάσατε καλά. Του χρόνου σας περιμένουμε να μας ξαναρθείτε"&lt;br /&gt;"Ηταν όλα έκτακτα. Εις το επανιδείν"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κρατά την πόρτα ανοικτή για το παιδί που κουβαλά τις βαλίτσες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το λιγωτικό άρωμα μήλου τον χτυπά στη μύτη με το που ανοίγει την πόρτα του αμαξιού. Αρωμα πεύκου παίρνει συνήθως κι αυτό το πήρε δοκιμαστικά. Κακή επιλογή. Από ένα σημείο και μετά ο άνθρωπος δεν πρέπει να αλλάζει συνήθειες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο δρόμος είναι άδειος, φυσικά. Θα ναι στην παραλία σε δύο λεπτά. Θα παρκάρει το αμάξι στην άσφαλτο και μετά θα συνεχίσει με τα πόδια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι η μικρή του τελετή του αποχαιρετισμού. Κάθε καινούργιο μέρος το αποχαιρετά στην παραλία. Eκεί μαζεύει τις σκόρπιες εικόνες, τις μοντάρει και τις αφήνει να κυλάν μπροστά του, σαν ταινία. Οι φίλοι του πάλι απορούν, πως και δεν παίρνει ποτέ μαζί του τη φωτογραφική. "Τί θα σας μείνει από τις διακοπές;" Αλλά είναι μια ακόμη ένδειξη χαριτωμένης εκκεντρικότητας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Χ. κάνει παντού καινούργιους φίλους. Είναι καλοστεκούμενος, ψηλός, λιγνός και ντυμένος προσεγμένα. Εχει τρόπους και γνώσεις που αιχμαλωτίζουν τις γηραιές κυρίες που κάνουν τα μπάνια τους στα θέρετρα. Ξέρει πάντα τί άνεμος φυσάει, ξέρει να πει με ακρίβεια την ώρα, κοιτώντας απλά τον ήλιο, ξέρει να φτιάχνει ναυτικούς κόμπους με το σκοινί που κουβαλά στην τσέπη. Η τελευταία του βραδιά ήταν από τις πιο συγκινητικές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κοντοστέκεται και ξεροβήχει. Αυτή η υγρασία τον πειράζει. Τραβά δυο ρουφηξιές απ΄το αερολίν. Δε θ' αργήσει να φτάσει στο βράχο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η χθεσινή βραδιά, λοιπόν. Τους ράγισε την καρδιά, θα μπορούσε να πει κανείς. Δυο-τρεις μάλιστα του έδωσαν τα τηλέφωνά τους. "Τώρα που βρεθήκαμε, μή χαθούμε". Πώς τον κοίταζαν μ΄εκείνο το ντροπαλό, παρθενικό βλέμμα που αποκτούν οι ώριμες γυναίκες μπροστά στη δεύτερη ευκαιρία, πώς τον αγκάλιασαν με ζυμαρένια μπράτσα και ανέδιδαν πούδρα και μια αίσθηση από σαπίλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Διπλώνει το σακάκι του και το απιθώνει στο βραχάκι, προτού καθήσει. Η αλήθεια είναι ότι είναι ξέπνοος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εχει εξασκηθεί τόσο στην αυτοεπίκριση που του βγαίνει με όλον τον κόσμο. Σάμπως αυτουνού, αν του βγάλεις τα προσεγμένα ρούχα, το ρολόι, τα παπούτσια, τί θα μείνει; Ενα σκιάχτρο, ένα τίποτα. Ομως και δε μπορεί να υπερνικήσει το συναίσθημα ότι είναι καλύτερος από όλους τους ζητιάνους της ζωής. Ισως για τη λαχτάρα του, ίσως γιατί είναι ακόμα σε θέση να τη διεκδικήσει ίσοις όροις, να λυγίσει την αντίστασή της, αν χρειαστεί. Κι είναι το μόνο πράγμα στο οποίο δε χωρά αυτοεπίκριση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σε λίγο η ζωή θα εμφανιστεί. Ομορφη και δροσερή, φορώντας γαλάζιο φόρεμα, με βήματα ν' ανασηκώνουν ανάλαφρα την άμμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και περιμένει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προσπαθεί να θυμηθεί ένα τραγούδι, να διασκεδάσει την αναμονή. Παλιά αυτό τον ηρεμούσε. Τώρα όμως δεν του ρχεται τίποτε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ισως να μη χρειάζεται πια υποβοηθήματα. Ενας εραστής νιώθει νευρικότητα στις πρώτες του εξορμήσεις. Κάθεται κρυμμένος στη γωνία και σιγοτραγουδά για να σιγάνει το μαρτύριο. Οσο ξεθαρρεύει, τόσο μειώνει τα προκαταρκτικά. Η μουσική είναι η εχθρά της πρωτοβουλίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ούτως ή άλλος, εκείνη είναι ήδη δίπλα του. Δεν την άκουσε που ήρθε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Καλημέρα! Νόμιζα ότι σήμερα φεύγατε"&lt;br /&gt;"Αποχαιρετώ το τοπίο"&lt;br /&gt;"Κάνει ψυχρούλα όμως"&lt;br /&gt;"Φυσικά. Φυσάει μαϊστρος"&lt;br /&gt;"Xαχα. Εσείς τα ξέρετε όλα"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ευγένεια νοθευμένη με πλήξη. Οι πιτσιρίκες δεν εντυπωσιάζονται από τέτοιες γνώσεις. Ειδικά οι ρομαντικές που έρχονται για μπάνιο το ξημέρωμα, για ν' αποφύγουν την πολυκοσμία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γδύνεται κάπως γρήγορα, τεντώνεται, κάνοντας επίδειξη γυναικείας δύναμης, χυτού, νεανικού κορμιού και γυρίζει να μετρήσει εντυπώσεις.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τα λέμε! Αν είστε ακόμα εκεί"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την κοιτάζει να απομακρύνεται με απλωτές και να χάνεται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι όπως εκείνη χάνεται στο βάθος του γκρίζου, τότε ακριβώς, του ρχεται το τραγούδι. Οχι ακριβώς τραγούδι, μα ένας μονότονος σκοπός. Κάπου θα τον άκουσε, ή είναι γέννημα του μυαλού του. Ο σκοπός που τον κάνει να λιώνει. ο σκοπός της θλιμμένης παραίτησης. "Αρκετά. Εφτασες στο τέλος".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ομως καταφέρνει ν' αντισταθεί στο δαίμονα, τινάζοντας το κεφάλι όλο πείσμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Εδώ θα είμαι" ψιθυρίζει, τραβώντας το σκοινί από την τσέπη για να προθερμάνει τη λαβή.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-4775706275648876307?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/4775706275648876307/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=4775706275648876307' title='24 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/4775706275648876307'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/4775706275648876307'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/02/blog-post.html' title='Το σκιάχτρο'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>24</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-5390862543043869295</id><published>2007-01-31T10:17:00.000+02:00</published><updated>2007-01-31T10:22:19.102+02:00</updated><title type='text'>Μεθοδολογικά - Γ. Μίχος</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Μεθοδολογικά". Ενα γοητευτικό όσο και περιεκτικό ποστ του Γιώργου Μίχου πάνω στη γραφή, τη μεθοδολογία της γραφής και την υπάρχουσα νοοτροπία. Αξίζει να το διαβάσετε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;a href="http://dont-fear-the-critic.blogspot.com/"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;http://dont-fear-the-critic.blogspot.com/&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;p&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-5390862543043869295?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/5390862543043869295/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=5390862543043869295' title='0 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5390862543043869295'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5390862543043869295'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/01/blog-post_31.html' title='Μεθοδολογικά - Γ. Μίχος'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>0</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-4387726214789883050</id><published>2007-01-25T20:11:00.000+02:00</published><updated>2007-01-26T09:39:40.429+02:00</updated><title type='text'>ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;In the year of our Lord MMVII και ανήμερα Ξενοφώντος, Συμεών και Αμωνά οσίων, ήρξατο η λειτουργία του βλογίου "Critical Error" στη διεύθυνση &lt;/span&gt;&lt;a href="http://dont-fear-the-critic.blogspot.com/"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;http://dont-fear-the-critic.blogspot.com/&lt;/span&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;p&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Kοπιάστε.&lt;/span&gt;&lt;/p&gt;&lt;p&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;/p&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-4387726214789883050?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/4387726214789883050'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/4387726214789883050'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/01/blog-post_25.html' title='ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-4364284197584360767</id><published>2007-01-19T01:31:00.000+02:00</published><updated>2007-01-19T01:36:33.621+02:00</updated><title type='text'>ΙΔΕΑ</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Πριν κανα τρίμηνο περίπου είχα μια ιδέα. Η ιδέα βασιζόταν σε μια έλλειψη. Την έλλειψη στη χώρα μας φορέων εκμάθησης δημουργικής γραφής και ΚΥΡΙΩΣ κριτικής.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Γεγονός είναι ότι στη δωρεάν εκπαίδευση δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη. Ιδιωτικές σχολές θα υπάρχουν, αλλά είμαι σίγουρη ότι δε θα έχουν όλοι τη χρηματική και χρονική πολυτέλεια (συνήθως η όρεξη για γραφή επέρχεται με το μέστωμα) για να παρακολουθήσουν κάτι τέτοιο. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;br /&gt;Εφόσον λοιπόν περνάμε τη μισή μας ζωή στο ίντερνετ και γράφουμε, γράφουμε, γράφουμε, γιατί να μην υπήρχε ένας τέτοιος φορέας online;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η αρχική μου σκέψη ήταν η δημιουργία μιας ιστοσελίδας που θα ήταν σχεδόν αποκλειστικά αφιερωμένη στην δημιουργική κριτική ολοκληρωμένων έργων από τεχνίτες του λόγου του κυβερνοχώρου. Ενα online εργαστήριο. Υποβάλλεις ένα έργο, σου ασκούν κριτική οι λεγόμενοι "ειδικοί", γίνεσαι σοφότερος. Δεν ήθελα να έχει σχέση με τα blogs, δεδομένου ότι αρκετοί από τους bloggers είναι αγνοί ερασιτέχνες, που δε γουστάρουν να μπαίνουν σε τέτοια λούκια "σοβαρής" εκμάθησης. Επιπλέον στη blogoσφαιρα επικρατεί και το σχόλιο-επιστροφή φιλοφρόνησης, κάτι που θα αποδυνάμωνε το νόημα και την επιδίωξη του όλου έργου, την άσκηση δηλαδή ΣΚΛΗΡΗΣ κριτικής.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Την ιδέα για την ιστοσελίδα απέρριψα πρόσφατα, δεδομένου ότι το να είναι κανείς administrator είναι αποκλειστική απασχόληση (και κύρια επιδίωξή μου προσωπικά είναι να μάθω να γράφω, όχι να παριστάνω τον administrator), ότι το στήσιμο και η συντήρηση μιας ιστοσελίδας είναι εξαιρετικά δαπανηρά και ότι χρειάζεται δεμένη και καταρτισμένη ΟΜΑΔΑ για να προχωρήσει ένα τέτοιο έργο, όχι ένα άτομο, χωρίς γνώσεις πληροφορικής.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ομως συνεχώς διαπιστώνω τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας σελίδας και πιστεύω ακράδαντα ότι δεν είναι όλα θέμα έμπνευσης αλλά και ΕΚΜΑΘΗΣΗΣ κάποιων βασικών φορμών γραφής. Πρόσφατα με κάτι πειραματισμούς που έκανα το διαπίστωσα ακόμα περισσότερο.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Για να μην πολυλογώ. Προτείνω, εφόσον βρίσκετε την ιδέα ενδιαφέρουσα, να φτιάξουμε ένα συλλογικό blog, που θα παίζει το ρόλο εργαστηρίου στγγραφής. Να υποβάλλουμε έργα και να δεχόμαστε κριτική από αξιόλογους συνbloggers-λογοτέχνες. Σκέφτομαι ενδεικτικά τον Πετεφρή, τον Γιώργο Μίχο - τα εξαιρετικά "μικροκείμενα" του οποίου με έβαλαν στο τριπάκι των δικών μου πεζών-ποιημάτων (ο Θεός να τα κάνει) -, τον Σωκράτη Ξένο, οι οποίοι είναι ποιητές, και τους Un certain Plume και κύριο Φώλιο, των οποίων την ιδιότητα δε γνωρίζω, γράφουν όμως εξαιρετικά.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Δεν ξέρω οι ίδιοι πώς θα ανταποκριθούν (θα λάβουν ενημερωτικά e-mail) κι αν έχουν το χρόνο να ασχολούνται με στραβάδια, πιθανόν να έχετε κι άλλους να προτείνετε και δεν ξέρω αν βρίσκετε την ιδέα χρήσιμη, ενδιαφέρουσα ή, αντίθετα, πιστεύετε ότι η γραφή δε διδάσκεται κι ότι όλα αυτά είναι μπαρούφες. Πιστεύω όμως ακράδαντα ότι ένα τέτοιο πράγμα χρειάζεται γι αυτούς που γουστάρουν τη γραφή, έχουν απώτερες φιλοδοξίες ή ρε γμτ θέλουν απλά να βελτιωθούν σ' αυτό που κάνουν.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Θέλω να πω, το blogging μπορεί να είναι μια αγνή, ερασιτεχνική απασχόληση για μερικούς, και ταυτόχρονα επωφελής για κάποιους άλλους. Ούτε θέλω να υποτιμήσω τον σχολιασμό των συνbloggers που δεν είναι συγγραφείς, ο σχολιασμός τους μπορεί να σε "ανεβάσει" ψυχολογικά ή όχι, δεν μπορεί όμως πάντοτε να σε μάθει.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Περιμένω σχόλια. &lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-4364284197584360767?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/4364284197584360767/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=4364284197584360767' title='35 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/4364284197584360767'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/4364284197584360767'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/01/blog-post_19.html' title='ΙΔΕΑ'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>35</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-541741592799760812</id><published>2007-01-17T16:24:00.000+02:00</published><updated>2007-01-17T16:29:02.853+02:00</updated><title type='text'>Η έξοδος</title><content type='html'>&lt;div align="center"&gt;&lt;a href="http://2.bp.blogspot.com/_nJmUUDkyfYE/Ra4xta0cHWI/AAAAAAAAAAM/0ZAYOKwuLnc/s1600-h/rodi.jpg"&gt;&lt;img id="BLOGGER_PHOTO_ID_5021005290927824226" style="DISPLAY: block; MARGIN: 0px auto 10px; CURSOR: hand; TEXT-ALIGN: center" alt="" src="http://2.bp.blogspot.com/_nJmUUDkyfYE/Ra4xta0cHWI/AAAAAAAAAAM/0ZAYOKwuLnc/s320/rodi.jpg" border="0" /&gt;&lt;/a&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt; &lt;span style="font-size:85%;"&gt;(εμπνευσμένο από τον πίνακα της Rodia Διάστημα)&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div align="center"&gt;&lt;span style="font-family:arial;font-size:85%;"&gt;&lt;/span&gt; &lt;/div&gt;&lt;div align="left"&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ρόδι ταξίδευε στο κρύο, κοκκαλωμένοι σπόροι, σαν από ανάμνηση μιας πρότερης ζωής, τη ζέστη πεθυμήσαν. Μέσα σε μια στιγμή έξοδος γινήκε μαζική: άλλοι χάθηκαν στο κρύο, άλλη κάηκαν στον ήλιο κι ένας έπεσε στη γη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Άντρας σήκωσε το σπόρο απ΄το χώμα, βραβείο στην ομορφότερη, να δώσει. Η όμορφη έκανε το σπόρο φυλαχτό και τρία αγόρια.  Και ταξίδευαν μες στην υγρή τους ζεστασιά, ώσπου, σαν από ανάμνηση μια πρότερης ζωής, τα παιδιά πεθύμησαν αντάρα. Έξοδος γινήκε μαζική: άλλοι χάθηκαν στα ξένα, άλλοι στη σιωπή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η όμορφη δεν είναι πια όμορφη, μα χώμα φρεσκοσκαμμένο κι επιδέξια κόλλυβα, σφραγίδα γυναίκας τεχνίτρας, κι ο σπόρος στο πιατάκι περιμένει, τρία αδέλφια στη σειρά, χώμα, χώμα, χώμα λαχταρά, ζέστη, μετά από τόσα χρόνια παγωνιάς.&lt;/span&gt;&lt;/div&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-541741592799760812?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/541741592799760812/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=541741592799760812' title='7 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/541741592799760812'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/541741592799760812'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/01/blog-post_17.html' title='Η έξοδος'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><media:thumbnail xmlns:media='http://search.yahoo.com/mrss/' url='http://2.bp.blogspot.com/_nJmUUDkyfYE/Ra4xta0cHWI/AAAAAAAAAAM/0ZAYOKwuLnc/s72-c/rodi.jpg' height='72' width='72'/><thr:total>7</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-2542940231689780340</id><published>2007-01-14T02:13:00.000+02:00</published><updated>2007-01-14T02:14:42.037+02:00</updated><title type='text'>Ο συλλέκτης των χρωμάτων</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Κάθεται στην ίδια θέση και περιμένει να φανεί.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;br /&gt;Θάλασσα γκρίζα κι άμμος, κι ένα παλιό ποδήλατο θαλάσσης μισοθαμμένο. Γέννησε μια γάτα μέσα τις προάλλες. Τα αντικείμενα αλλάζουν χρηστικότητα, να κλέψουν λίγη ζωή ακόμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Περιμένει να φανεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θάλασσα γκρίζα κι άμμος και το σκυλί περνά από μπροστά του. Κάποτε πήγαινε καμαρωτό, τώρα αγγίζει με τη μουσούδα του την άμμο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χους εις χουν. Μα όταν τελειώνει η ελπίδα, έρχεται μόνος του ο λόγος για μια καινούργια μέρα. Με βήματα ανάλαφρα και πέδιλα, ανασηκώνοντας την άμμο. Και η καρδιά του πεταρίζει και του λέει "Λίγο ακόμα".&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Κι εκείνη γδύνεται μπροστά του. Ξέροντας ότι την παρακολουθεί. Σίγουρη για τη δύναμή της, όμορφη κι ανυποψίαστη.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Φορά κίτρινο μαγιό που φωσφορίζει. Ενα καινούργιο χρώμα.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Θάλασσα γκρίζα κι άμμος, εκείνη χάνεται αργά στο γκρίζο, κι ένας αυλός ηχεί στ' αυτιά του, σαν ήρεμο κλάμα πίσω από πόρτα σφαλιστή.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Κάποτε θα χορτάσει την τόση ομορφιά. Κάποτε τα χρώματα θα επαναλαμβάνονται. Τότε θ' απιθώσει το πρόσωπο στην άμμο, να λιώσει κάτω απ΄τον ήλιο, χαλκομανία με κόκκινο, πράσινο, μπλε, κίτρινο φωσφορίζον για να παίξουν τα παιδιά.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Κάποτε θα ρθει το τέλος. Οχι όμως σήμερα. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;br /&gt;Κάθεται στη θέση του και περιμένει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί όπου να ναι εκείνη θα προβάλλει. Το κίτρινο που του υποσχέθηκε, κι εκείνος θα 'ναι εκεί για να το πάρει. Με μια λαχτάρα κι ένα σκοινί στα χέρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να κλέψει λίγη ζωή ακόμα. Ενα λόγο για μια καινούργια μέρα.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-2542940231689780340?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/2542940231689780340/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=2542940231689780340' title='17 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2542940231689780340'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/2542940231689780340'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/01/blog-post_14.html' title='Ο συλλέκτης των χρωμάτων'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>17</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-710427920824466834</id><published>2007-01-12T03:31:00.000+02:00</published><updated>2007-01-17T16:30:17.449+02:00</updated><title type='text'>Ατιτλο</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Κάθεται στη θέση του και περιμένει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θάλασσα γκρίζα κι άμμος, ένα παλιό ποδήλατο θαλάσσης μισοθαμμένο. Γέννησε μια γάτα μέσα τις προάλλες. Τα αντικείμενα αλλάζουν χρηστικότητα, να κλέψουν λίγη ζωή ακόμα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ερχεται εκείνη. Φορά κίτρινο μαγιό που φωσφορίζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γι αυτόν το φόρεσε το κίτρινο μαγιό. Ομορφη και υποταγμένη, θα εξαγνιστεί μέσα στα κύματα. Μετά το κίτρινο θα είναι ο οδηγός του μες στο γκρίζο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Θάλασσα γκρίζα κι άμμος και το σκυλί αλυχτά. Κάποτε πήγαινε καμαρωτό, τώρα η μουσούδα αγγίζει το χώμα. Κάποτε όλα γυρίζουν στο χώμα. Κάποτε κι αυτός θα αφεθεί να γίνει η τελευταία σπονδή στην άμμο. Θα κλείσει τα μάτια, θα λιώσει σιγά σιγά, θα γίνει χαλκομανία με κίτρινο, πράσινο, κόκκινο, μπλε, να τον βρουν τα παιδιά, να παίξουν, να τον πετάξουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οχι όμως σήμερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθεται στη θέση του και περιμένει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Γιατί όπου να ναι εκείνη θα προβάλλει. Θα 'ναι έτοιμη κι εκείνος θα 'ναι εκεί, να την περιμένει, με ένα παλιό σκοινί στα χέρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να κλέψει λίγη ζωή ακόμα.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-710427920824466834?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/710427920824466834/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=710427920824466834' title='12 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/710427920824466834'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/710427920824466834'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2007/01/blog-post.html' title='Ατιτλο'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>12</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-6966022447154675055</id><published>2006-12-30T03:13:00.000+02:00</published><updated>2006-12-30T03:22:19.942+02:00</updated><title type='text'>Ο τετρακονταετής πόλεμος</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Την είδε εκείνη την ημέρα, σαράντα χρόνια πριν, που ανέβαινε την ανηφόρα αγκομαχώντας στο λιοπύρι. Σήκωσε το βλέμμα της και η άλλη και την κοίταξε, την Τασία που πότιζε τις ζέρμπερες στο μπαλκόνι της. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ηταν μίσος με την πρώτη ματιά.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Τούτο εδώ είναι το οικόπεδο; Που πουλιέται;"&lt;br /&gt;"Κυρία μου, άδικο κόπο κάνατε. Το οικόπεδο το έχει καπαρώσει ο αδελφός μου".&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ο αδελφός της πράγματι σκόπευε να αγοράσει το οικόπεδο. Είχαν μεγαλώσει με τις αρχές "Το να χέρι νίβει τ΄άλλο και τα δυο το πρόσωπο", "να στε κοντά τ' αδέλφια, ν' αλληλοβοηθιέστε". Εμενε μοναχά να πέσουν κι άλλο οι τιμές των ακινήτων, να σταθεροποιούνταν η παγκόσμια οικονομία για να αποτολμήσει να ξεθάψει τις καταθέσεις του από το στρώμα, το ειδικά διαμορφωμένο με φερμουάρ στο πλάι, και να περάσει τα δυο επόμενα χρόνια της ζωής του σε διαρκή προστριβή με τα μαστόρια και την αδελφή του την Τασία που θα έκανε υποδείξεις με ύφος επιστάτη. Δηλαδή σε ένα πολύ μακρινό κι αβέβαιο μέλλον.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η Τασία φυσικά το ήξερε. Μόνο μέλημά της ήταν να μη χτιστεί δίπλα της μεγαλύτερη πολυκατοικία απ΄τη δική της. Εβγαινε το πρωί να ποτίσει τις ζέρμπερες και είχε την εποπτεία ολόκληρης της γειτονιάς. Δε θα ερχόταν τώρα μια στεγνή γυναικούλα, μια αγκομαχούσα, να της στερήσει τα προνόμιά της. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η άλλη - επίσης φυσικά - "έγραψε" και την Τασία και τον αδελφό της. Και υπέγραψε τα συμβόλαια της αγοράς του οικοπέδου, με τον άντρα της, έναν κοιλαρά φορτηγατζή ονόματι Μήτσο. Ηταν η πράξη που σηματοδότησε την απαρχή των εχθροπραξιων.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η Τασία είχε γνωστό πολύ κόσμο. Στη δημαρχία, στην αστυνομία, στην πολεοδομία. Κάθε άντρας με εξουσία κρύβει καρδιά τρυφερή ωσάν μαρουλιού και άλυτα θέματα σεξουαλικής φύσεως. Δεν εξηγείται αλλιώς πώς ο Ανέστης ο αντιδήμαρχος, κοιτούσε την Τασία που έβαζε το χέρι στη μέση "άκου δω, αυτη η ελεεινή που χτίζει σπίτι δίπλα σκάβει και τα δικά μου θεμέλια. Θα μου γκρεμίσουν το σπίτι" και έλιωνε από λατρεία. Μέρα παρά μέρα έστελναν στους διπλανούς την πολεοδομία, "για παράβαση των κανόνων ανέγερσης", την αστυνομία "για διατάραξη κοινής ησυχίας", κι έκατσε κι έγραψε κι ο ίδιος κατατροπωτική έκθεση. Οι εκσκαφείς πληρώνονταν καθημερινά για να κάθονται, η στεγνή κι ο κοιλαράς ήταν να σκάσουν και η Τασία έβγαινε στο μπαλκόνι να ποτίσει και να απολαύσει το θέαμα, χουχούλιαζοντας τα χέρια της - υπό θερμοκρασία 38 βαθμών Κελσίου.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Το μόνο που δεν υπολόγισε ήταν τα αντίποινα. Οταν η στεγνή, που έφερε παρεπιπτόντως το όνομα "κυρία Ευγενία", πήγε στο υποθηκοφυλάκιο κι ανακάλυψε ότι το υπόγειο της Τασίας ήταν παράνομο. Εκεί τα πράγματα έγιναν στ' αλήθεια σκούρα. Εγινε δικαστήριο, οι δικαστές δεν υπέκυψαν στα θέλγητρα της "αφέντρας" και το σπίτι της Τασίας παραλίγο να βγει στον πλειστηριασμό. Ευτυχώς που οι άλλοι από "ανωτερότητα" δεν το προχώρησαν, ευτυχώς ή δυστυχώς, γιατί η Τασία δεν ήταν από κείνους που ανέχονταν ευχαρίστως τέτοια διφορούμενα αισθήματα, όπως η ανωτερότητα. Για καιρό το φύσαγε και δεν το κρύωνε. "Πήγα για μαλλί και βγήκα κουρεμένη".&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Αλλά καλό της έκανε τελικά η εμπειρία, γιατί βρήκε το μίσος να την τροφοδοτεί για τα χρόνια που θα ακολουθούσαν.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η διπλανή πολυκατοικία τελείωσε, παρά τις αντιξοότητες. Δεν ήταν φηλότερη απ΄τη δική της, όπως φοβόταν η Τασία. Εφτανε όμως να της στερήσει τη θέα της και την εποπτεία της γειτονιάς. Το γεγονός αυτό και σηματοδότησε την αλλαγή στρατηγικής.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Οι ίδιοι οι διπλανοί της όπλισαν το χέρι. Ο κυρ-Μήτσος δούλευε στα φορτηγά ολάκερη τη βδομάδα, μόνο μια Κυριακή είχε να ξεκουραστεί και να ξεδώσει. Η Τασία ξυπνούσε πουρνό πουρνό από τα αγκομαχητά και τις καυλιάρικες χριστοπαναγίες (ημέρα Θεού, ήμαρτον!) και κόλλαγε το αυτί στον τοίχο και φανταζόταν τον Μήτσο να έχει λιώσει τη στεγνή κάτω απ΄την κοιλάρα του, οι στάσεις άλλαζαν, τέζα, στα τέσσερα, η κοιλάρα έμενε πανομοιότυπη, και αυτές οι φαντασιώσεις της προκαλούσαν τόση ταραχή που φορούσε τα καλά της και το καπελίνο της και τράβαγε στην εκκλησιά. "Τί έχεις Τασία μου; Κομμένη σε βλέπω". "Τί να έχω Ζωη μου, Κούλα μου, Κίτσα μου, που οι αντίχριστοι γαμιούνταν πάλι σα σκυλιά - Θεέ μου σχώρα με - και με ξύπνησαν απ΄τ' άγρια χαράματα". Σύντομα η Ζωή, η Κούλα, η Κίτσα και τα άλλα κορίτσα, κοίταζαν τους διπλανούς με μισό μάτι. Ομως αυτό δε φάνηκε να στοιχίζει τόσο στους αποδέκτες των μισών βλεμμάτων, ώστε να θεωρεί η Τασία ότι επέτυχε μια μικρή νίκη.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ξανά απ΄την αρχή.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Τα επόμενα χρόνια κύλησαν μάλλον πεζά κι ανέμπνευστα. Σαν highlights θα μπορούσαμε να αναφέρουμε την ανεπιτυχή προσπάθεια της Τασίας να πείσει τους υπαλλήλους της πολεοδομίας ότι το πλύσιμο με το λάστιχο της ταράτσας των διπλανών έφερνε υγρασία στο δικό της σπίτι - το κόλπο συνιστώνταν στην καθημερινή επάλειψη του ταβανιού της με σφουγγάρι βουτηγμένο το νερό, μέχρι που πράγματι ο σοβάς φούσκωσε και μια μέρα σχεδόν της ήρθε στο κεφάλι. Επίσης το ότι έριξε φόλα στο κοπρόσκυλό τους, μόνο που το συφοριασμένο, αντί να σαβουριάσει τον μεζέ, ως όφειλε, τον παραχώρησε ευγενικά στο λυκόσκυλο της κυρα-Κίτσας που βρέθηκε να παίζει στα πέριξ - αποτέλεσμα ο "Λουλούκος" να τα τινάξει και οι Τασία-Κίτσα να μην ξαναμιλήσουν. Τέλος, το ότι η Τασία φώναζε την αστυνομία κάθε που ο κοιλαράς πάρκαρε το φορτηγό έξω απ΄το σπίτι της τις βροχερές μέρες, με την αιτιολογία ότι οι ρόδες άλλαζαν τη φορά του νερού κι έστελναν τη βροχή στην εξώπορτά της. Οι αστυνομικοί σιχτίριζαν, αλλά τί να έκαναν, πήγαιναν. Ενεκα ο διοικητής τους, "πατρίς, θρησκεία και Τασία".&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η πραγματικά αξιομνημόνευτη νίκη έλαβε χώρα καμιά εικοσαριά χρόνια μετά. Στα παντρολογήματα της Φώφης, όπου Φώφη, βλέπε τέκνο των αντίχριστων.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ο αρραβωνιάρης, πάρκαρε το κάμπριο έξω από την πόρτα της Τασίας και πήγαινε στα πεθερικά, ροδοκόκκινος, στρουμπουλός και φουσκωτός σα διάνος. Η Τασία τον κοίταζε κρυφά απ΄τις γρίλιες και σταυροκοπιόταν. Βρε, χαράς στον άντρα! Εκατό σαν και δαύτον, θα μπορούσε να χε πάρει του λόγου της, μ' αυτή την παρακαλάγανε άνθρωποι με αξιώματα, όχι παρακατιανοί, ούτε αρχοντοχωριάτες, να τριγυρνούν με ένα κάμπριο και να νομίζουν πως κάτι έχουν. Μα αν δεν ταιριάζανε δε θα συμπεθεριάζανε. Χαράς και σ' ελόγου της, της Φώφης, που μάσαγε τσίχλα μ' ανοιχτό το στόμα, και τριγύρναγε με κάτι μηχανόβιους μέσα στ΄άγρια χαράματα, ή σάμπως δεν ήξερε η Τασία πόσοι την περάσανε και δαύτηνε, που παρίστανε τώρα τη χαμηλοβλεπούσα κοπέλα της παντρειάς.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ενα μεσημέρι η Τασία τον παραφύλαξε που ερχόταν και βγήκε στο κατώφλι.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;- Βρε, καλώς τονε! Εχω φρέσκα σύκα, να σας τρατάρω!&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Σιγά μην έλεγε όχι, ο παιδοβούβαλος.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;- Τί να σας πω, πολύ χαίρομαι! Φαίνεστε καλό παιδί και το Φώφάκι είναι χρυσό κορίτσι! Ολοι εδώ στη γειτονιά έχουμε να το λέμε, το πόσο ταιριαστοί είστε!&lt;br /&gt;- Να στε καλά. Να στε καλά.&lt;br /&gt;- Κι ένας Θεός ξέρει τί πέρασε αυτό το κορίτσι. Πόσο του άξιζε τέτοια τύχη!&lt;br /&gt;- Αλήθεια;&lt;br /&gt;- Ε, τί να σας πω τώρα. Ξέρετε, τα σημερινά κορίτσια...πόσοι επιτήδειοι βρίσκονται να τα εκμεταλλευτούν...κι άμα τα βρίσκουν αγνά και άμαθα...&lt;br /&gt;- Τί μου λέτε;, άκουγε τώρα με πραγματικό ενδιαφέρον ο χοντρός. Καλά η Τασία τον είχε κόψει για "παλαιών αρχών".&lt;br /&gt;- Ξέρεις κύριέ μου, τί είναι να ψάχνεις τον άνθρωπό σου...να ψάχνεις να στεριώσεις φαμίλια... κι αυτός να σε γλεντάει και να σε πετάει, με καταλαβαίνετε τί θέλω να πω...&lt;br /&gt;Ο χοντρός είχε χάσει το χρώμα του.&lt;br /&gt;- Είχε βέβαια ατυχίες το Φωφάκι. Ομως όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Τώρα που βρήκε εσάς να την προσέχετε. Ολοι εδώ την έχουμε σαν παιδί μας.&lt;br /&gt;- Πρέπει να πηγαίνω, ψέλλισε ο χοντρός. Σχεδόν παραπάτησε στο σκαλί.&lt;br /&gt;- Να πάτε, να πάτε στη νυφούλα σας. Και μη στενοχωριέστε τώρα, μ' αυτά που σας είπα. Καλό είναι να έχει η γυναίκα εμπειρίες πριν το γάμο, ακούστε κι εμένα που κάτι ξέρω παραπάνω, παρά να ψάχνει αργότερα για αγαπητικούς και να χαλνά την οικογένειά της, με καταλαβαίνετε, του πέταξε τη χαριστική βολη η Τασία κι έκλεισε πίσω της την πόρτα, μη ρίχνοντας στο θύμα της δεύτερη ματιά.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ο χοντρός δε σταμάτησε βέβαια να έρχεται. Δεν είχε απτό λόγο. Δεν περίμεναν να κρεμάσει σεντόνι μετά την πρώτη νύχτα του γάμου. Ούτε κορδωτός ήταν όμως πια, ούτε καν ροδοκόκκινος. Ερχόταν κι έφευγε σαν κλέφτης. Σαν "αγαπητικός". Η Τασία έμεινε με αυτή την ανάμνηση να τη ζεσταίνει στην ψυχροπολεμική περίοδο των επομένων ετών. Τότε που παντρεύτηκε τελικά η Φώφη κι έφυγε, "έφυγε" κι από ανακοπή ο κοιλαράς κι έμειναν με την κυρά-Ευγενία. Μόνες, οι δυο τους.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Το μόνο που έτρεμε η Τασία ήταν μην έφευγε η Ευγενία και πήγαινε να ζήσει με την κόρη της. Τα τελευταία χρόνια δεν έβλεπε καλά. Εβγαινε σπάνια για περίπατο, ή πήγαινε στη λαϊκή σέρνοντας προσεκτικά το καρότσι τοίχο-τοίχο. Της αρκούσε της Τασίας να την βλέπει σε αυτή την κατάσταση, δεν είχε πια συμμάχους. η Ζωή και η Κούλα είχαν πεθάνει, οι πιο νέοι δεν την ήξεραν ή της μιλούσαν συγκαταβατικά, αυτής της Τασίας, του άλλοτε φόβητρου της γειτονιάς, της αρκούσε μόνο να την έχει μια ανάσα κοντά της και να τη βλέπει να ψηλαφάει στα τυφλά και σιγομουρμούριζε ακαταλαβίστικες κατάρες, μέσα απ΄τα δόντια της, και σιγόκλαιγε, να ξεράσει με τα δόκρυα την πίκρα μιας ολόκληρης ζωής.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Μια μέρα ήρθε δίπλα το ΕΚΑΒ. Το είχε φωνάξει η γυναίκα που φρόντιζε την κυρα Ευγενία. Η Τασία δε βγήκε καν στις γρίλιες, να δει να παίρνουν με το φορείο τη γριά. Ηξερε πως δε θα την ξανάβλεπε. Δεν ξαναβγήκε απ΄το σπίτι. Την ανακάλυψε κι αυτήν το υγειονομικό, ένα μήνα μετά, όταν η μπόχα είχε γίνει αφόρητη.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Το μόνο κενοτάφιο στο νεκροταφείο της κωμόπολης υπήρχε δίπλα στον τάφο της Ευγενίας, οπότε έριξαν εκεί λάχου-λάχου την Τασία. Βρέθηκαν πάλι μόνες, οι δυο τους. Και η ζωή ακολούθησε τη συνηθισμένη της ροή.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Θέλω να ελπίζω πως η ιστορία αυτή είχε happy-end. Καμιά φορά ο θάνατος σου δίνει πράγματα που η βιαστική ζωή θεωρεί αμελητέα. Η μήπως όχι;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-6966022447154675055?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/6966022447154675055/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=6966022447154675055' title='25 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/6966022447154675055'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/6966022447154675055'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/12/blog-post_30.html' title='Ο τετρακονταετής πόλεμος'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>25</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-5464577567984338518</id><published>2006-12-19T02:25:00.000+02:00</published><updated>2006-12-19T16:29:35.918+02:00</updated><title type='text'>Η αρχή</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ακούστηκε ο χαρακτηριστικός&lt;/span&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt; ήχος του κλειδιού στην πόρτα και μετά ποδοβολητά στο χωλ. Η Τίλα σήκωσε το κεφάλι απ΄το πιάτο της. Σχεδόν ταυτόχρονα, τα κεφάλια της Μένι και της Γκάλια εμφανίστηκαν πίσω απ΄την πόρτα. Λαχάνιαζαν και οι δύο. Είχαν κάνει φανερά αγώνα για το ποιά θα φτάσει πρώτη.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Η μικρή μας έσκισε!"&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η Τίλα άφησε κάτω το πηρούνι.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ηταν πέντε χρόνια πριν περίπου που η Μένι άρχισε να παραπονιέται. Χτυπούσε το βιολογικό της ρολόι, έλεγε. Ηθελε να γίνει μάνα. Η Τίλα δεν είχε πρόβλημα.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;br /&gt;Η Τίλα γενικά δεν είχε πρόβλημα με οτιδήποτε. Ηταν μάλλον άνθρωπος τυχερός, γιατί το να είσαι συγκαταβατικός από τη φύση σου, σε γλιτώνει από πολλά προβλήματα. "Δεν έχω πρόβλημα", δεν έχω και προβλήματα. Ούτως ή άλλως η Μένι ήταν αρκετά ανήσυχη και για τις δυο τους.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ηταν καλά μαζί και η μία συμπλήρωνε την άλλη. Ησυχη κι επιφυλακτική η Τίλα, δραστήρια κι έξω καρδιά η Μένι. Η Τίλα δούλευε σε τράπεζα, η Μένι ήταν ψυχολόγος και κυβερνητικό στέλεχος, γιατί άνθρωποι με τέτοιες δάφνες ζητούνταν πολύ στα ανώτατα κλιμάκια. Η Νέα Γη προωθούσε το "Ησυχία, τάξη κι ενσυναίσθηση".&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Δεν τέθηκε συζήτηση για το ποιά θα κυοφορούσε το παιδί. Η Τίλα δε διέθετε και πολύ αυτό που λέμε "μητρικό φίλτρο". Ούτε είχε όρεξη για πολλά πολλά. Η ιδέα της αναπαραγωγικής συνεύρεσης με κάποιον απ΄τους εθελοντές της Αμπιγκντόνια της έφερνε δυσφορία. Οχι ότι δεν είχε πάει ποτέ της με άντρα. Πιο νέα είχε πειραματιστεί και με αυτό το είδος. Στα κλεφτά, μαζί με συμμαθήτριές της, είχαν επισκεφτεί τον καταυλισμό των εθελοντών. Αργότερα μοιράστηκαν τις εμπειρίες τους χαμηλόφωνα, ένοχα, μοιραζόμενες το ίδιο στριφτό. Μετά όλες πήραν το δρόμο τους και ούτε που το ξανασυζήτησαν.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η Τίλα δε θυμόταν πια και πολλά από το περιστατικό. Παρα μόνο μια περίεργη αίσθηση ανημπόριας και παράδοσης. Σα να ανοίγεις την πόρτα σε ένα πεινασμένο λιοντάρι. Ολα τα δεινά του κόσμου, έλεγαν οι Μητέρες, προέρχονται από τον άνδρα. Η βία, οι ενστικτώδεις παρορμήσεις. Γι αυτό και έγινε η ρήξη της Παλαιάς Γης μισό αιώνα πριν.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ισως να ταν κι έτσι. Η Τίλα δεν είχε ούτως ή άλλως ποτέ ισχυρές σεξουαλικές ορμές και προτιμήσεις προς το ένα ή το άλλο φύλο για να κάτσει να ασχοληθεί παραπάνω. Η αλήθεια είναι ότι αν δε φοβόταν τον κοινωνικό στιγματισμό, δε θα νυμφευόταν καν. Θα μένανε απλά δυο καλές φίλες με τη Μένι, πράγμα που ίσως ήταν προτιμότερο για τη μοναχική ιδιοσυγκρασία της. Αλλά στη Νέα Γη, το ζευγάρωμα και το "μοίρασμα" είναι υποδηλωτικό της ευμάρειας και της ψυχικής υγείας. Οι μοναχικές γυναίκες είναι δαχτυλοδειχτούμενες σαν ψυχικά άρρωστες. Οχι φανερά φυσικά, αλλά τελικά έτσι γίνεται. Η Μένι δούλεψε πολλά χρόνια σα σύμβουλος για τέτοιες γυναίκες. Πάντα της είχε να πει πονεμένες ιστορίες. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Αρχισε η επιχείρηση "γονιμοποίηση". Επισκέφτηκαν το κέντρο γονιμοποίησης κι επέλεξαν μαζί το προφίλ του υποψηφίου σπερματοδότη. Νέος, υγιής, με καλλιτεχνική φλέβα. Ηταν επιλογή της Μένι και η Τίλα δεν είχε παρά να συμφωνήσει. Στο θέμα του χρωματότυπου διχάστηκαν λίγο. Μελαχροινή η Τίλα, ξανθή η Μένι. Το παιδί θα έπρεπε έστω και λίγο να τους φέρνει. Επέλεξαν έναν μελαχροινό κι ας άφηναν τα χρωμοσώματα ν' αποφασίσουν. Ετσι είπε η Μένι. Η Τίλα της ήταν για καιρό κρυφά ευγνώμων γι αυτή την ευγενική παραχώρηση.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ηρθε η περίοδος της έλευσης των εθελοντών. Στήθηκαν πάλι οι καταυλισμοί στα σύνορα της Νέας Γης. Στήθηκαν και η Μένι με την Τίλα στην ουρά. Την πρώτη φορά δεν πρόλαβαν τις μέρες της ωορρηξίας. Τη δεύτερη φορά, ο εθελοντής ήταν κουρασμένος κα δε μπορούσε ν' ανταπεξέλθει. Την τρίτη φορά κάτι έγινε. Μια βδομάδα μετά, οι καταυλισμοί ξεστήθηκαν.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Οι μήνες περνούσαν κι έγινε πλέον φανερό ότι η Μένι δεν είχε μείνει έγκυος. Δοκίμασαν τη μέθοδο της σπερματέγχυσης. Δοκίμασαν την εξωσωματική. Η Μένι έπαιρνε χάπια με ορμόνες και ήταν μέσα στα νεύρα όλη μέρα. Τα βράδια έκανε μια ώρα γιόγκα για να καλμάρει. Ολες οι φίλες της έρχονταν να της συμπαρασταθούν στο δράμα που περνούσε. Το μικρό διαμέρισμα γέμιζε απ΄το πρωί κόσμο. Της έφερναν σπιτικά μπισκότα, βιβλία αυτοβοήθειας αχρείαστα, αφού η Μένι ήταν ψυχολόγος, αλλά ενδεικτικά καλής θελήσεως. Η Τίλα άρχισε να προφασίζεται υπερωρίες και να μένει έξω απ΄το σπίτι, όσο περισσότερο μπορούσε. Κάτι πια δεν την άφηνε να αναπνεύσει.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ηταν ένα από τα βράδια που τριγυρνούσε άσκοπα και βρέθηκε σ' εκείνη την απόμερη συνοικία. Ακριβώς στην ώρα για να βρεθεί μπροστά στο σκηνικό, εκείνο της πολιτοφυλακής να παραβιάζει μια κόκκινη ετοιμόρροπη πόρτα και να βγάζει έξω μια γυναίκα που ούρλιαζε, έναν γυμνό άντρα κι ένα κορίτσι γύρω στα έξι-εφτά. Η Τίλα δεν παραξενεύτηκε τόσο στη θέα του άντρα, του πιο απροσδόκητου δηλαδή πλάσματος που θα μπορούσε να βρεθεί εκεί, όσο δυσφόρησε στο άκουσμα των ουρλιαχτών, στην επίδειξη δηλαδή φωνάσκουσας βίας. Οπως της εξήγησε βέβαια αργότερα η Μένι, που ήξερε τα πράγματα εκ των έσω, ο άντρας απελάθηκε, και η γυναίκα εστάλη σε άσυλο για ψυχολογική υποστήριξη, χωρίς περαιτέρω φασαρίες. "Ησυχία, τάξη κι ενσυναίσθηση". Η Τίλα και η Μένι έγιναν ανάδοχοι γονείς του καρπού του παράνομου έρωτα, του μικρού κοριτσιού.&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Το κοριτσάκι μεγάλωνε. Η Μένι ανέλαβε την διαπαιδαγώγησή της και η μικρή απεδείχθη λαμπρή μαθήτρια. Απόλυτη ισορροπία νόησης κι ενσυναίσθησης. Ηταν τόσο προικισμένη που ήταν ήδη επίλεκτη για την Ακαδημία των Μητέρων, την ιντελλιγκέντσια της Νέας Γης.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Οσο η Μένι επαιρόταν δεξιά κι αριστερά για τα ακαδημαϊκά κατορθώματα της μικρής και το νόημα που επέφερε η μητρότητα στη ζωή της, τόσο η Τίλα αποτραβιόταν στον κόσμο της χωρίς προφανή λόγο. Χωρίς προφανή λόγο, γιατί η Μένι δεν την άφησε στιγμή να νιώσει παραμελημένη, ή πως έχασε τη θέση που είχε στην καρδιά της για χάρη της μικρής. Κάτι τέτοιο θα ήταν άλλωστε ψυχολογικά απαράδεκτο. Η Τίλα άρχισε ξανά τις άσκοπες περιπλανήσεις κι αυτή τη φορά τη συνόδευε και η μικρή Γκάλια, που, πράγμα παράδοξο, αν αναλογιστεί κανείς το χρόνο που της αφιέρωνε η Μένι, είχε φανερή αδυναμία στην άλλη μαμά, τη σιωπηλή και την απόμακρη. Οι δυο τους έφευγαν το απογευματάκι και ξαναγύριζαν για το βραδινό. Περπατούσαν για ώρες ολόκληρες, πιασμένες χέρι-χέρι, χωρίς να μιλάν. Ηταν οπωσδήποτε ένας επιβαρυντικός παράγοντας στα γεγονότα που θ΄ακολουθούσαν. Η αλαλία. Το φυλάκισμα των συναισθημάτων. Πράγμα επικίνδυνο και ψυχολογικά απαράδεκτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Η μικρή μας έσκισε!"&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η Τίλα άφησε κάτω το πηρούνι.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Αριστα σε όλα. Του χρόνου θα πάει γυμνάσιο στην Ακαδημία. Ανακοίνωσαν απόψε τα ονόματα. Είχαν σηκωθεί όλες και τη χειροκροτούσαν. Να σουν από μια γωνιά..."&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Είσαι τρελή κι επικίνδυνη. Είστε όλες για δέσιμο. Δε θα το κάνετε το παιδί σαν τα μούτρα σας. Δως μου το παιδί μου να φύγω".&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η Μένι πάγωσε στη θέση της.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Φέρε το παιδί εδώ μωρή καριόλα!"&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Το στόμα της Μένι έμεινε σε ένα τεράστιο Ο, θα ταν απορία, γιατί η Μένι ήταν νεότερη από την Τίλα, δε θα γνώριζε πιθανόν τη σημασία της απαρχαιωμένης πλέον έκφρασης "καριόλα", ίσως την τρόμαξε η λάμψη στα μάτια της Τίλα, ίσως η θέα του πιστολιού, πάντως ακούστηκε το "Μπαμ!" κι έμεινε το τεράστιο Ο, να ταλανίζεται και να πέφτει αιμόφυρτο στο πάτωμα.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η Τίλα άρπαξε τη Γκάλια απ΄το χέρι, με το ελεύθερο χέρι, και βγήκε στο δρόμο.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Τί έκανες; Η Μένι;..."&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Μπαμ!&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Κάποια να τη σταματήσει! Είναι τρελή!"&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Μπαμ!&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Ησυχία, τάξη κι ενσυναίσθηση" Η δημόσια πινακίδα. Η ζημιά τιμωρείται με φυλάκιση...&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Μπαμ, μπαμ, μπαμ!&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Καμιά δεν μπήκε πια στο δρόμο τους. Καμιά δεν έμαθε ποτέ πού βρήκε το πιστόλι. Οι αστυνομικίνες μόνο, που σηκώθηκαν αλαφιασμένες απ΄τον ύπνο τους, πρώτο κρούσμα βίας σε τόσα χρόνια, "όλα λύνονται με την κατανόηση και τον εποικοδομητικό διάλογο", οι ίδιες και τα όπλα τους στη ναφθαλίνη, τις είδαν εκεί που στέκονταν, στο ξέφωτο, μια γυναίκα αναμαλλιασμένη κι ένα κατάχλωμο δωδεκάχρονο κορίτσι, και τη γυναίκα να έχει πιάσει τη μικρή απ΄τους ώμους και να την ταρακουνά "Μου το υπόσχεσαι; ΤΟ ΥΠΟΣΧΕΣΑΙ;;;" πριν το προδιαγεγραμμένο τέλος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Είκοσι χρόνια μετά η Γκάλια η Πρώτη, έβλεπε τα κόκκινα πυροτεχνήματα για την επιτυχία του πραξικοπήματός της κι έβλεπε τα κόκκινα πυροτεχνήματα του κεφαλιού της μάνας Τίλα, κόκκινα κομμάτια που τινάχτηκαν στον ουρανό σαν σε γιορτή. Ασυναίσθητα έβαλε το δεξί χέρι στην καρδιά. Κάποιοι την είδαν, δεν ήξεραν τη σημασία της χειρονομίας, αλλά τους ξύπνησε το δέος, και την καθιέρωσαν σα δημόσιο χαιρετισμό, το δεξί χέρι στην καρδιά, όλοι, γυναίκες-άντρες, Νέες Γήινες-Αμπιγκντονιανοί ενωμένοι, τότε που λύθηκαν οι διαφορές, επανήλθε η βία και η παρόρμηση και όλα πια ξαναπήραν το φυσιολογικό (;) τους δρόμο.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-5464577567984338518?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/5464577567984338518/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=5464577567984338518' title='19 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5464577567984338518'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/5464577567984338518'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/12/blog-post_19.html' title='Η αρχή'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>19</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-116571546829495609</id><published>2006-12-10T03:49:00.000+02:00</published><updated>2006-12-11T11:23:55.730+02:00</updated><title type='text'>Decades (τελευταίο μέρος)</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;strong&gt;Φεβρουάριος 2026&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"&lt;em&gt;Ηταν εκείνη η παράσταση στο σχολείο. Εκανα το αγγελούδι που ραίνει τη φάτνη με χιόνι. Ημουν το πιο όμορφο κοριτσάκι στην τάξη. Εψαχνα με το βλέμμα τον μπαμπά μέσα στην αίθουσα&lt;/em&gt;.".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άντρας στέκεται έξω από την πόρτα. Εχει τη μύτη βουτηγμένη στο μέσα μέρος του αγκώνα. Eκεί που μέχρι πριν λίγο ακουμπούσε το κεφάλι της. Ρουφάει το άρωμα του πενηντάχρονου δέρματός της, απαλό και λιπαρό, σα muffin σοκολάτα-πορτοκάλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"&lt;em&gt;Ηθελα να του κάνω έκπληξη. Δεν του είχα πει τίποτα, μέχρι την τελευταία στιγμή. Οι άλλοι γονείς είχαν αγοράσει στα παιδάκια κορμάκια λευκά. Εγώ δεν είχα κορμάκι, παρά ένα αθλητικό φανελάκι και σορτς. Πόσο με μάλωσε η δασκάλα όταν με είδε έτσι&lt;/em&gt;".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ακούγεται το τρίξιμο της πόρτας. Ο γιατρός βγαίνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"&lt;em&gt;Δεν είχε έρθει. Φυσικά. Το ήξερα πως δε θα ρχόταν. Είχε δουλειές. Μετά την παράσταση μας πήρε η μαμά της Τζοάν να πάμε για κρέπες. Εκλαιγα την ώρα που έτρωγα, και μαζί με το γλυκό έτρωγα τα δάκρυα. Αλμυρό-γλυκό, αλμυρό....".&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ολα είναι εντάξει. Δεν ξύπνησε καθόλου. Χαμογελούσε στον ύπνο της. "&lt;br /&gt;Παύση.&lt;br /&gt;"Πρέπει να πηγαίνουμε".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι δυο άντρες ανοίγουν την πόρτα. Εξω σκοτάδι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μπείτε στο αυτοκίνητο, κύριε Καθηγητά. Σε λίγο θα είμαστε στη βάση".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άντρας κουβαριάζεται στο πίσω κάθισμα. Ο γιατρός κάθεται στη θέση του οδηγού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ολα νέκρωσαν. Μόνο οι εκκλησίες είναι ανοιχτές απόψε. Πρώτη φορά που θα χουν τόσο κόσμο. Και τελευταία."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;em&gt;"...γλυκό. Τελικά έπεσε ο κλήρος. Ησουν καλός άντρας. Εγώ ήμουν επιπόλαιη, λίγο ελαφριά. Μα σ' αγαπούσα. Δε μπόρεσα ποτέ πριν να στο πω, και να ναι τόσο πιστευτό, σα να χαμε μια αόρατη σφαίρα με ηλεκτροφόρα σύρματα. Εκείνη των επικίνδυνων συζητήσεων. Κάθε συζήτηση και στάχτη. Κι ήταν το βλέμμα σου που έψαχνα τριάντα χρόνια, μα δεν πειράζει, μου φτάνει που την τελευταία αυτή νύχτα είμαστε αγκαλιά κι ας μη με βλέπεις στο σκοτάδι, κι ας μη με είδες ίσως ποτέ. Δε μπορούν όλοι ν' αγαπάνε με τα μάτια ".&lt;/em&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Εσείς, Κύριε Καθηγητά, πιστεύετε στο Θεό;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν είναι συζήτηση αυτή για τη διαδρομή. Τα φύλλα στα δέντρα ακίνητα. Νεκρή φύση. Ο οδηγός κάνει ν' ανοίξει το παράθυρο, ο άντρας όμως πίσω αφήνει μια κραυγή. Το άρωμα σοκολάτα-πορτοκάλι. Μην φύγει. Τριάντα χρόνια έκανε να το παγιδεύσει. Το άφηνε να ωριμάζει σιγά, σιγά, να μαλακώνει. Το τιθάσευσε την τελευταία μέρα του κόσμου. Τη μέρα που ο μετεωρίτης θα πέσει πάνω στη γη, εκείνη όμως κοιμάται ειρηνικά και δε θα το πάρει είδηση που της έκλεψαν το άρωμα. Ισως να μην τη νοιάξει καν. Η Κίττυ η γενναιόδωρη κι εγώ ο ...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Παράξενο μου φαίνεται. Ολα αυτά τα τοπία, όλα αυτά....δε θα τα ξαναδούμε ποτέ".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο οδηγός παίρνει επιδέξια τη δεξιά στροφή και μπαίνουν στη βάση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι δυο άντρες κατεβαίνουν απ΄το αυτοκίνητο. Τους υποδέχεται ο αρχηγός πληρώματος στο χώρο εκτόξευσης.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Αργήσατε. Δεν έχουμε πολύ χρόνο. Σε λίγο απογειωνόμαστε".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σα να προσέχει το βλέμμα του καθηγητή. To ύφος του ξαφνικά γίνεται συμπονετικό, περνά το χέρι γύρω από τους ώμους του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Θα δείτε επιτέλους τη δουλειά σας, κύριε Καθηγητά. Είκοσι χρόνια τώρα κάνατε θαύματα στην αποικία. Είστε επίλεκτος. Ο,τι κι αν σημαίνει αυτό."&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;----------------------------------------------------&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και το άρωμα; Τί θα γίνει όταν ξεθυμάνει το άρωμα;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-116571546829495609?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/116571546829495609/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=116571546829495609' title='18 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116571546829495609'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116571546829495609'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/12/decades_10.html' title='Decades (τελευταίο μέρος)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>18</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-116522571007985317</id><published>2006-12-04T11:36:00.001+02:00</published><updated>2006-12-04T11:48:30.083+02:00</updated><title type='text'>Decades (μέρος Β)</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;strong&gt;Οκτώβριος 2016&lt;br /&gt;&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;Xxx-&gt;h##☻►▼◄♂♥♀☼βσδωωηαβηρβηεαβ&lt;br /&gt;DELETE&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απόψε έχω λίγη ώρα να σκοτώσω. Έχω φυσικά πολλή δουλειά ακόμα, αλλά μπορώ να κάνω ένα διάλειμμα. Έφαγα ένα σάντουιτς με τόνο. Συγύρισα λίγο και το σπίτι. Μεθαύριο γυρίζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Με πήρε τηλέφωνο, καμιά ώρα πριν. Με ρώτησε τι κάνω. «Καλά» της είπα. «Σίγουρα;» «Σίγουρα». Δεν είπα και ψέματα. Καλό είναι να μένεις μόνος πότε πότε. Κι ούτε ήθελα να της δημιουργήσω τύψεις συνείδησης που πέρασε όλη τη βδομάδα στο βουνό. Ένα εξοχικό χρειάζεται τακτική συντήρηση. Καθαριότητα, άναμμα καλοριφέρ και λοιπά. Κλάδεψε και τους θάμνους, μου είπε. Είχαν αγριέψει πολύ. Είδε και τις φίλες της. Γέννησαν οι αγελάδες και είχαν θέμα προς συζήτηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την έχουν χάσει τελευταία. Ας όψεται ο μετεωρίτης. Πέρασε κι έφυγε χωρίς δράματα. Μεγάλη χαλάστρα. Η Κίττυ ήταν έτοιμη για μια αρμονική διαβίωση στο βουνό. Έμαθε να ζυμώνει ψωμί, να αρμέγει αγελάδες, να πήζει τυρί και γιαούρτι. Όλες τις δεξιότητες επιβίωσης. Τα απογεύματα μάζευε τις γειτόνισσες στο σπίτι. Τις "φίλες" της. Συζητούσαν για το νοικοκυριό, τους άντρες τους, τα παιδιά. Υποθέτω, δεν ήμουνα ποτέ στις συναθροίσεις. «Είσαι σνομπ. Θεωρείς τους άλλους αμελητέες μονάδες. Ξέρεις πόσα μαθαίνει κανείς απ΄τον απλό κόσμο, ναι, από αυτές τις γυναικούλες;» Χαχα, ρε Κίττυ. Να μάθει απ΄τον απλό κόσμο. Πόσοι ευφημισμοί για να εκφράσει απλώς ότι την ευχαριστεί η εναλλαγή του ακροατηρίου. Κίττυ, πολυσυλλεκτική μου αγάπη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τι έλεγα; Για τον μετεωρίτη και τη χαλάστρα. Η Καλιφόρνια ζει ακόμα και η Κίττυ εδώ, μαζί της. Δε θεώρησα ποτέ σκόπιμο να της εξηγήσω ότι δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να κάνει ζημιά διερχόμενος μετεωρίτης. Να ανεβάσει θερμοκρασία, να μας θάψει κάτω απ΄το νερό. Θα μπορούσα να της το εξηγήσω τότε, δέκα χρόνια πριν, και μια και δύο φορές μέχρι να το εμπεδώσει. Το σύμπαν είναι απόλυτο, δεν ικανοποιείται με ημίμετρα. Τα παίζει όλα για όλα. Μπαμ και κάτω. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Όχι, όχι, αυτά δεν πρέπει να τα γράφω. DELETE.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Τώρα ξέρω ότι έκανα καλά που δεν της το είπα. Οταν όλα θα τελειώσουν θα ξέρω ότι την έκανα έστω και λίγο ευτυχισμένη. Μου είναι απαραίτητο να το ξέρω, γιατί δε μου έχει μείνει πια τίποτε άλλο να ελπίζω. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Θα έρθει μεθαύριο και θα γεμίζει το σπίτι ζωή. Ελπίζω να με προλάβει πριν φύγω για τη σχολή. Αλλιώς θα τη δω το βράδυ. «Μα τι κάνεις τόσες ώρες;» θα μου πει. «Αυτοί εκεί σου ρουφάν το αίμα». Θα μου δώσει πίσω το αίμα μου με ένα φιλί στο κατώφλι. Το πρόσωπό της θα λάμπει. Δέκα χρόνια πέρασαν και το πρόσωπό της παρέμεινε αναλλοίωτο. Ο ήλιος μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μόνο τα μπράτσα της. Τα είδα σε κάποιο σουαρέ, πάνε μήνες. Κάνουμε ακόμα σουαρέ καμιά φορά, αν και σπανιότερα πια, ένεκα οι επαγγελματικές μου υποχρεώσεις. Πήγαινε κάποιον να υποδεχτεί στην πόρτα, σήκωσε τα χέρια να τον αγκαλιάσει. Φορούσε μια μαύρη μπλούζα που ήταν σι-θρου στα μπράτσα. Τα είδα τότε τα μπράτσα της. Έχουν κρεμάσει. Το αγκάλιασμά της δεν είναι πια ναζιάρικο, καταντάει να φαίνεται ικετευτικό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Κίττυ μου να ικετεύει. Χριστέ μου. &lt;/span&gt;&lt;br /&gt;&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;br /&gt;Θυμάμαι τότε που με έτρωγε η ζήλια. Πόσα χρόνια της κοινής μας ζωής, ζήλευα κάθε έναν που αγκάλιαζε, κάθε έναν που μίλαγαν. Χνάρια στη φρέσκια άσφαλτο έλεγα, ο μαλάκας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Την εκδικήθηκα γι αυτό. Της έκανα όλα τα χατήρια, με τη χολή του ανήμπορου. Δέχτηκα να πάρουμε σπίτι στο βουνό, και τη φανταζόμουν κάθε μέρα να γαμιέται με τον κουμπάρο που το σαλέ του ήταν 500 μέτρα πιο πέρα. Δέχτηκα αυτή τη δουλειά που με σκοτώνει, για την οποία η Κίττυ δεν έχει ιδέα. Κάθε της λέξη και μια πνευματώδης απαξιωτική σπόντα, κάθε της φιλί και μια ευγενική απομάκρυνση, «έχω δουλειά τώρα». Της τα δωσα όλα, εκτός από μένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έφτανε μονάχα μια στιγμή για να καταλάβω. Βλέποντας τα μπράτσα της. Οτι η Κίττυ μου δεν είχε ποτέ ανάγκη από άντρα. Ανάγκη από ζωή είχε. Όλοι οι πιθανοί κι απίθανοι της πρόσφεραν αυτό ακριβώς. Ζωή. Ερεθίσματα. Κίνητρο να μάθει να ζει υγιεινά, κίνητρο να μάθει ψυχολογία, κίνητρο ν’ αφήσει τη δουλειά της στην πόλη και να πάει στο βουνό, να μάθει να πήγει τυριά και γιαούρτια και να ζήσει ευτυχισμένα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τώρα τα μπράτσα είναι μαραμένα, και με τα μπράτσα μαραμένα ικετεύει για ζωή. Λίγη ζωή ακόμη, τη ζωή που δε μπορώ, που δε μπόρεσα ποτέ να της προσφέρω. Η ζωή μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έκανα επάξια τη δουλειά του μετεωρίτη. Μας βύθισα και τους δύο κάτω απ΄τη θάλασσα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-116522571007985317?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/116522571007985317/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=116522571007985317' title='16 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116522571007985317'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116522571007985317'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/12/decades_04.html' title='Decades (μέρος Β)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>16</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-116461006791554626</id><published>2006-11-27T08:36:00.000+02:00</published><updated>2006-11-27T08:47:47.990+02:00</updated><title type='text'>Decades (μέρος Α)</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;&lt;strong&gt;Νοέμβριος, 2006&lt;/strong&gt;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Λοιπόν, πρέπει να σου πω.».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ομορφα. Η Κίττυ έχει όρεξη για κουβέντα. Και δεν πρόλαβα να δω ούτε τα χθεσινά σκορ.&lt;br /&gt;Ας κρατήσω αδιάφορο ύφος, προς το παρόν. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Στο Ινκλάιν πωλούνται οικόπεδα σε τιμή ευκαιρίας. Είναι καιρός να κάνουμε μια επένδυση, δε νομίζεις;”&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Κίττυ να κάνει επένδυση. Αν ήμουν θρήσκος θα έλεγα ότι πρόκειται για αποκάλυψη. Έστω για έκλαμψη μεταφυσικών διαστάσεων. Όμως δεν είμαι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας εξετάσω λοιπόν τις άλλες λογικές πιθανότητες. Πάω στοίχημα ότι πεθύμησε εκδρομή στο βουνό. Ευφάνταστο τρόπο βρήκε να το πει, αλλά έτσι πάντα είναι με την Κίττυ. Αυτό είναι το συναρπαστικό μαζί της. Ποτέ δεν ξέρεις από πού θ' αρχίσει και πού θα καταλήξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η ιδέα της μπήκε τον περασμένο μήνα, πάω στοίχημα. Τότε που πήγαμε στο γάμο της ξαδέλφης της στη λίμνη Ταχό, με το αυτοκίνητο. 6225 πόδια πάνω από τη θάλασσα, ακριβώς. Σε όλο το δρόμο γκρίνιαζε. "Μου θέλανε και γάμο σε σαλέ, οι επαρχιώτες. Χάθηκε να μισθώσουν κανένα πούλμαν". Όσο προχωρούσαμε ψηλότερα, άρχισε να πονάει το κεφάλι της. Αδειασε το κουτί με τις δραμαμίνες.  Όταν όμως φτάσαμε, όλα της πέρασαν. Ήταν ενθουσιασμένη, σα μικρό παιδί. Όταν το γαμήλιο γλέντι κόπασε, μου χάρισε μια δεύτερη νύχτα του μέλιτος.  Για την ακρίβεια, μας άκουσε όλη η πανσιόν. Η Κίττυ είναι άνθρωπος που προσαρμόζεται σε όλες τις περιστάσεις και τα υψόμετρα. Για μένα δε μπορώ να πω το ίδιο. Και τώρα που το θυμάμαι, το κεφάλι μου γυρίζει. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Μ’ ακούς ή με γράφεις; Κάτσε εκεί να διαβάζεις τα αθλητικά. Να σου δώσει σοφία το Slam».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ω ω. Αυτό δε μπορώ να πω ότι μου άρεσε. Αυτό ήταν σαρ-κα-σμός. Είναι μάλλον ώρα να μπω στη συζήτηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Κίττυ, πώς σου μπήκε αυτή η ιδέα; Για τις επενδύσεις και λοιπά.».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όλος ο κόσμος αγοράζει στο βουνό. Δεν είναι μόνο θέμα επένδυσης. Σε λίγο καιρό δε θα μπορούμε να ζήσουμε εδώ κάτω. Εσύ κοτζάμ φυσικός και δεν άκουσες τίποτα;”&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είμαι όλος αυτιά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όλοι μιλάν για τον μετεωρίτη που θα περάσει το 2016 ξυστά απ΄τη γη. Η θερμοκρασία θα φτάσει στους 120 Φαρενάιτ. Οι πόλοι θα λιώσουν και η στάθμη της θάλασσας θ' ανέβει. Η Καλιφόρνια θα καταποντιστεί, όλοι μας εδώ πέρα. Η μόνη λύση είναι το βουνό.».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Κίττυ δε διαβάζει ποτέ εφημερίδες, ούτε επιστημονικά περιοδικά. Της φέρνουν πονοκέφαλο. Ο,τι όμως της διηγούνται, της μένει στο μυαλό. Ρουφά τα πάντα σαν σφουγγάρι. Αρα κάποιος της διηγήθηκε για το μετεωρίτη. Για να είναι μάλιστα σε θέση να παραθέσει τόσες λεπτομέρειες,  της το διηγήθηκε πάνω από δύο φορές. Οχι ότι η γυναίκα μου είναι χαζή και δεν τα πιάνει με τη μία. Θέλω να πω ότι αφαιρείται. Μπορεί να σκέφτεται πάνω από δυο ή τρία πράγματα ταυτόχρονα. Φυσικό είναι να της διαφεύγουν οι μικρολεπτομέρειες. Κι αυτή τη στιγμή με έχει πιάσει μια μεγάλη περιέργεια. Ποιος ήταν ο τόσο άξιος δάσκαλος. Κάτι μου λέει πως θα εκνευριστώ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ποιοι «όλοι» Κίττυ μου τα λεν αυτά;”&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;“Oλοι. Γενικά. Δεν μου το είπε κάποιος συγκεκριμένα. Οι κουμπάροι μας πάντως προνόησαν. Βρήκαν ένα παλιό σαλέ και το αναπαλαιώνουν. Αγνώριστο θα το κάνουν. Το πολύ πολύ, σε περίπτωση ανάγκης να κοιμήσουν κι εμάς στο σταύλο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ok, λοιπόν. Το μυστήριο λύθηκε. Ο κουμπάρος. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ότι παντρεύτηκα την Κίττυ, έλεγα πάντα, ανήκει στα ανεξήγητα του σύμπαντος. Η Κίττυ είναι η χαρά της ζωής προσωποποιημένη. Είναι κοινωνική, γεναιόδωρη, εκδηλωτική. Το αντίθετο ακριβώς από μένα. Υδροχόος εκείνη, Παρθένος εγώ. Ταιριάζουμε βέβαια εγκεφαλικά, λένε τα άστρα. Αυτό είναι το ένοχο μυστικό μου. Καθηγητής φυσικής και συμβουλεύομαι τις στήλες με τα άστρα. Κάποια πράγματα όμως πάντα δεν κολλάνε λογικά. Καμιά φορά χρειάζεται κανείς μια μικρή αυταπάτη, να χει να πορεύεται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθε Πέμπτη έχουμε σουαρέ. Η Κίττυ και οι φίλοι της. Η Κίττυ θα τρέξει στην πόρτα, θα κρεμαστεί απ΄το λαιμό τους για το καλωσόρισμα. Εγώ στέκομαι από πίσω της, παίζοντας το ρόλο του καλού οικοδεσπότη. Με μέτρια συνήθως επιτυχία, όπως κάθε τί που γίνεται μηχανικά. Ολοι θα μου μιλήσουν, φυσικά, από ευγένεια. Θα με ρωτήσουν τί κάνω και πώς πάει η δουλειά. Θα τους απαντήσω "Καλά, καλά". Υστερα θα στρέψουν το βλέμμα στη γυναίκα μου, όπως τα ηλιοτρόπια στον ήλιο. Αυτό σηματοδοτεί αυτόματα την απαλλαγή μου για το υπόλοιπο της βραδιάς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οχι, δεν έχω δικαίωμα να ζηλεύω. Στο πλαίσιο της αυτογνωσίας μου ανήκει και η επίγνωση ότι είμαι βαρετός και άγαρμπος. Δε διαθέτω κοινωνικές δεξιότητες και οι διηγήσεις μου φέρνουν νύστα. Ειλικρινά δεν ξέρω τί σκεφτόταν η Κίττυ όταν διάλεγε να περάσει τη ζωή της με έναν πληκτικό καθηγητή φυσικής. Δεν το χουμε συζητήσει. Για να μαι ακριβής, αυτό ανήκει στα πλαίσια των επικίνδυνων συζητήσεων. Στο είδος των συζητήσεων όπου φοβάσαι πως θα πεις πολλά και θα παρεκτραπείς. Κι εγώ δε θέλω να παρεκτραπώ. Ολα κρέμονται σε μια λεπτή ισορροπία κι εγώ δε διαθέτω προστατευτικό δίχτυ. Η Κίττυ όμως έχει. Εμένα. Είμαι ο δίχτυς της και οφείλω να είμαι γερός και ανθεκτικός.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ομως υπάρχουν στιγμές σαν αυτή. Η Κίττυ μιλά για έναν μετεωρίτη, το πιο απίθανο πράγμα που θα μπορούσε να σκεφτεί ανθρώπου νους, και αρνείται να μου αναφέρει το όνομα του πληροφοριοδότη της, υπεκφεύγοντας. Αυτό δε μου αρέσει καθόλου. Δεν μου άρεσε απ΄την αρχή το γεγονός ότι βρεθήκαμε να έχουμε τόσες οικειότητες με τους κουμπάρους. Στην αρχή δεν έφερα αντίρρηση. Περίμενα πως, με τον καιρό, η Κίττυ θα υπέκυπτε στον αθέμιτο ανταγωνισμό και θα έβαζε μόνη της πάγο. Κι αυτό γιατί η κουμπάρα είναι υπερφυσικά πολυλογού. Μέχρι και η Κίττυ αδυνατεί να σταυρώσει κουβέντα μαζί της. Ο κουμπάρος δε είναι πολύ έξυπνος. Ολο καταγίνεται με μελλοντολογικά σενάρια καταστροφής. Φυσικά δεν ξέρει τί του γίνεται, έχει όμως πειθώ. Μεταδοτικότητα, που θα λέγαμε στον κλάδο μου. Αυτός, είμαι σίγουρος, της είπε για τον μετεωρίτη, τόσες φορές ώστε να το εμπεδώσει. Πότε, αλήθεια; Ημουν εγώ μπροστά; Δε θυμάμαι. Οταν η βοή απ΄τις φωνές παραγίνει, αποσύρομαι. Στο μυαλό μου, εννοώ. Πολύ πιθανόν και να τα έλεγαν πράγματι μπροστά μου.  Αυτό όμως δεν είναι λόγος να μου αρχίζει ξαφνικά τις γενικότητες "Ολοι το λένε", όταν στην πραγματικότητα εννοεί κάτι άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άντρας διαμορφώνει το μυαλό μιας γυναίκας. Αφήνει το στίγμα του, όπως ένα πέλμα στη φρέσκια άσφαλτο. Στην εποχή του πρώτου μας έρωτα, η Κίττυ καταγινόταν με τη θεωρία των παράλληλων γραμμών. «Οι παράλληλες γραμμές είμαστε εμείς, δίπλα δίπλα μέχρι το άπειρο». Οι γυναίκες μεταστοιχειώνουν τα φυσικά δεδομένα, σαν τους αλχημιστές. Πιάνουν το μπρούντζο και το κάνουν χρυσάφι μέσω του συναισθήματος.&lt;br /&gt;Μετά της πέρασε ο έρωτας, και μαζί το ενδιαφέρον για τις παράλληλες γραμμές. Για μένα δεν ξέρω. Δεν τοχω συζητήσει με τον εαυτό μου. Ανήκει κι αυτό στη σφαίρα των επικίνδυνων συζητήσεων. Ο έρωτας, εννοώ. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μυαλό της δεν έμεινε άπραγο μετά την εξέλιξη αυτή. Απέκτησε καινούργια ενδιαφέροντα. Σε κάθε ένα απ΄αυτά αναγνώριζα ένα ξένο χνάρι. Στην εμμονή της να σηκώνεται χαράματα και να κάνει τζόγκινγκ γύρω γύρω απ΄το τετράγωνο, στη ζέση της να καταστρώνει αποβραδύς διαιτολόγια με ισορροπημένες ποσότητες βραδέων και ταχέων υδατανθράκων, πρωτεϊνών, γαλακτοκομικών και λιπών, αναγνώριζα τον καινούργιο της συνάδελφο στο γραφείο που τύχαινε να είναι body-builder. Στην παρατήρησή της ότι τρώω υπερβολικά πολλά γλυκά, πράγμα που οφείλεται σε υποσυνείδητη επιθυμία παράτασης της πρωκτικής φάσης ανάπτυξης και αποτελεί σαφή ένδειξη ανωριμότητας και νευρώσεων, "κι ο Αδόλφος Χίτλερ όλο καραμέλες έτρωγε" αναγνώριζα τον γείτονά μας εκείνης της εποχής που τύχαινε σοσιαλιστής και αυτοδίδακτος ψυχολογίας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Λόγια που ειπώθηκαν και πέρασαν μαζί με τους ανθρώπους. Τον body-builder τον μετέθεσαν σε άλλο τμήμα, ο γείτονας μετακόμισε. Η Κίττυ ξαναπήρε τα περιττά κιλά και δεν ξαναενδιαφέρθηκε για την ψυχολογία. Τώρα ο μετεωρίτης. Αν δεν ήταν αυτό, θα ήταν κάτι άλλο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ξέρω αν η απαίτηση να μείνει η Κίττυ η παρθένα μου άσφαλτος, όπου πρώτος και μόνος θα απέθετα το χνάρι μου, ήταν εντελώς καταχρηστική, εντελώς παράλογη. Ξέρω ότι είμαι θυμωμένος και δεν μπορώ να το συζητήσω ούτε με τον εαυτό μου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Καλά, σκέψου το και πες μου".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κι αυτό στη σφαίρα των επικίνδυνων συζητήσεων.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-116461006791554626?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/116461006791554626/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=116461006791554626' title='21 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116461006791554626'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116461006791554626'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/11/decades.html' title='Decades (μέρος Α)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>21</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-116315349867099446</id><published>2006-11-10T12:08:00.001+02:00</published><updated>2009-04-01T15:30:17.678+03:00</updated><title type='text'>Mercy</title><content type='html'>"Ακόμα να φύγει αυτός;"&lt;br /&gt;"Ακόμα. Έχει ταμπουρωθεί στην τουαλέτα"&lt;br /&gt;"Σύστημα υγείας σου λέει μετά. Να φέρουν τον πρεζάκια στην κλινική τη δική μας, αντί να τον μαντρώσουνε στην ψυχιατρική".&lt;br /&gt;"Και τί να κάνανε οι άνθρωποι. Με τόσα προβλήματα που έχει".&lt;br /&gt;"Να τους βάζουν αλλού. Με το να μάτι κοιμόμουν τόσες νύχτες μη μπει κρυφά στο θάλαμο. Όλο λεφτά ψάχνουν αυτοί"&lt;br /&gt;"Ε, τώρα δα τον διώχνουν. Τον είδε ο φύλακας στο πάρκο το πρωί, που έπαιρνε τη δόση του. Ο άνθρωπος είναι καμμένο χαρτί".&lt;br /&gt;"Και γιατί δε φεύγει τέλος πάντων; Τι κάνει στην τουαλέτα τόσες ώρες, από το πρωί;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φτιάχνει τα μαλλιά του. Νερώνει τη χτένα και τα ισιάζει. Χαρίζει στον εαυτό του ένα πλατύ χαμόγελο. Η πρέζα καταστρέφει τα δόντια, αλλά τα δικά του αστράφτουν. Πάντα είχε τα μέσα να φτιάχνει τα χαλασμένα. Πάντα. Το μόνο που δε μπορεί να φτιάξει είναι τα άντερά του. Σε λίγο θα ξαναθέλει τουαλέτα. Δεν πειράζει. Σιγά σιγά όλα θα γίνουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Θα μου το φάτε το παιδί. Τώρα που μπήκε σ' ένα πρόγραμμα, τώρα θέλετε να τον διώξετε; Και τί σας έκανε; Πείραξε κανέναν;"&lt;br /&gt;"Εμείς ό,τι μπορούσαμε κάναμε. Ο γιος σας δεν ακολουθεί τη θεραπεία. Παίρνει ναρκωτικά μέσα στο νοσοκομείο. Δεν έχει λόγο να βρίσκεται εδώ"&lt;br /&gt;"Θα φέρω όλα τα κανάλια..."&lt;br /&gt;"Και δε φέρνεις και τον πάπα, κυρά μου", ακούγεται μια στριγγιά φωνή, "όταν ο γιόκας σου τρυπιόταν στα καταγώγια, εσύ που ήσουνα να τον μαζέψεις;"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όλοι εκεί έξω γι΄αυτόνε μαλώνουνε. Πάντα του το ‘ξερε πως είναι σημαντικός. Και οι άλλοι το ήξεραν, γι’ αυτό τον εχθρεύονταν. Yπήρξε στη ζωή του τυχερός, είχε πολλούς φίλους, κι άλλους τόσους εχθρούς. Όλους τους τους κανόνισε καλά. Και στη φυλακή που ήταν, άλλοι δουλεύανε γι΄αυτόν. Κι εδώ που τον φέρανε, ξέρανε όλοι τους ποιος είναι. Πρώτον αυτόν παίρνανε για εξετάσεις, πρώτον αυτόν ρώταγε ο εφημερεύων: "Πώς είστε σήμερα, κύριε Πιερίδη;" "Πολύ καλά ευχαριστώ. Μόνο που το φαί σας δε μ' αρέσει. Θα ήθελα κοτόπουλο ψητό". "Μα στην κατάστασή σας..." Σηκωνόταν, έβαζε το μπουφάν του και πήγαινε στης Σεμίνας να φάει κοτόπουλο ψητό. Κανείς δεν του ‘λεγε τίποτα. Μόνο που το πρωί στάθηκε απρόσεκτος. Ήταν ανάγκη να περνά ο μαλάκας ο φύλακας απ΄το πάρκο;&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Κύριε Πιερίδη. Κύριε Πιερίδη. Πρέπει να βγείτε. Τώρα."&lt;br /&gt;"Μισό λεπτό και θα βγω. Όταν θα ‘μαι έτοιμος".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Αγγελική δεν ήρθε ακόμα. Δε θα χρειαζόταν καν να τη δει, για να καταλάβει την παρουσία της. Μα τί ώρα, διάολε, σχολάει; Του ‘χε πει, είναι σίγουρος, αλλά δε θυμάται. Δε μπορεί να φύγει, χωρίς να τη χαιρετήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Αγγελική κάπνιζε στο πάρκο. Την είδε και κοντοζύγωσε να της ζητήσει τσιγάρο. Θα του έδινε σίγουρα. Είναι άρχοντας, ακόμα κι όταν ζητά τσιγάρο. Όλες οι γυναίκες που τον λάτρεψαν, όλες οι γυναίκες που τον πίστεψαν "Είναι η τελευταία φορά, μόνο πρέπει να με στηρίξεις, μέχρι να ξεκόψω", όλες oι γυναίκες που κατάστρεψε και τον βλέπουν ακόμα σα Θεό, είχαν να το λένε. Αλλά την ώρα που πλησίαζε την κοίταζε καταπρόσωπο. Και είδε ότι ήταν μικρή. Και είδε ότι ήταν όμορφη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Γιατί ένα μικρό κορίτσι σαν εσένα να καπνίζει; Θα καταστρέψεις τα πνευμόνια σου"&lt;br /&gt;"Δεν είμαι τόσο μικρή". Του χαμογέλασε. Της χαμογέλασε κι αυτός με τα φτιαγμένα δόντια του.&lt;br /&gt;"Ποιόν έχεις εδώ;"&lt;br /&gt;"Τον μπαμπά μου στην Παθολογική, στον τρίτο. Εσείς;"&lt;br /&gt;Κάθησαν στο πεζούλι και της τα είπε όλα. Φύλαγε πάντα την τεχνική της εξομολόγησης σαν άσο στο μανίκι, όταν ήθελε να πετύχει κάτι. Αλλά τί να ‘θελε δα απ΄την μικρή; Δεν ήθελε πια τσιγάρο. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Κύριε Πιερίδη..."&lt;br /&gt;"ΤΩΡΑ, γαμώ το σπίτι μου μέσα".&lt;br /&gt;"Μα θέλω να κάνω την ανάγκη μου". Ο διπλανός ήταν αυτός.&lt;br /&gt;"Χέστηκα", λέει μέσα απ΄τα δόντια του, αλλά πριν ολοκληρώσει τη λέξη, την πραγματοποιεί. Γαμημένα άντερα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Όχι, δε βγαίνει. Αν δεν έρθει η Αγγελική, δεν έχει να πάει πουθενά. Αν στείλει να τη φωνάξουν βέβαια, είναι σίγουρος πως θα το κάνουν. Να φύγει μια ώρα αρχύτερα, μη μολύνει τους τίμιους μαλάκες. Αλλά η Αγγελική είναι το μυστικό του και θέλει να την προστατέψει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Της είπε το παρελθόν του. Γι’ αυτόν που σκότωσε πάνω στη συμπλοκή. Για τη φυλακή. Για τις γυναίκες, για τη Σεμίνα που τον περιμένει ακόμη. Της είπε και τα σχέδιά του. Γρουσουζιά το ‘χε πάντοτε να λέει σ' άλλους τα σχέδιά του, αλλά σ' αυτήν τα είπε όλα. Θα μπει σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Όχι θα τον δεχτούν, κωλοτούμπες θα κάνουν, όλοι τον ξέρουν εκεί μέσα, τί τον πέρασε. Μετά θα φύγει να πάει κάπου να ηρεμήσει, έχει πολλούς φίλους, σημαντικά πρόσωπα. Είναι πρόθυμοι να πληρώσουν πολλά για την εχεμύθειά του. Μετά που θα γυρίσει θ' ανοίξει μαγαζί, θα φτιάχνει βάρκες, τί, κεφάλαιο, λεφτά με τη σέσουλα υπάρχουν, όλα καλά θα πάνε. Εκείνη δε μιλούσε και πολύ, όμως κάποια στιγμή του έπιασε το χέρι, και τότε ήταν πια σίγουρος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Απ΄έξω θα χει μαζευτεί ένα κάρο κόσμος. Όλοι οι σεκιουριτάδες του κωλονοσοκομείου, μπορεί να ‘χουν φέρει και την αστυνομία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μακάρι να ‘χουν φέρει τουλάχιστον κανέναν υψηλόβαθμο. Έτσι, να μπει στο μάτι σ' όλα τ' ανθρωπάκια. Έχει ένα deja vu: ένας μπάτσος από δεξιά κι ένας από αριστερά, κι εκείνος στη μέση, με το άφτερ σέιβ του, το κουστουμάκι του, ο έμπορος, ο χρήστης, ο προαγωγός, ο εγκληματίας. Ο Ναπολέων με τα τρύπια άντερα. Οι κυράτσες θα τον κρυφοκοιτούν απ΄τους θαλάμους. Κι εκείνος θα σκορπά χαμόγελα όλο γοητεία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ας είναι. Θα βγει τώρα δα, το πήρε απόφαση. Κι ας μη χαιρετήσει την Αγγελική. Μόνο μ' αυτήν ένιωσε άνθρωπος, όσο άνθρωπος δεν είχε νιώσει ποτέ. Της το χρωστά να μην τον δει μ' αυτόν τον συρφετό, να μην της μείνει αυτή η τελευταία εικόνα. Καλύτερα τότε που του πιασε το χέρι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψεκάζει την τουαλέτα με άρωμα λεβάντα για τη βρώμα, ένα φτου και βγαίνει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;...............&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βράδιασε. Η μάνα του του ‘φτιαξε ψαρόσουπα. Ούτε που την άγγιξε. Ψάρι τρώνε στις κηδείες. &lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Είναι ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Μετράει τα λεπτά μέχρι την επόμενη επίσκεψη στην τουαλέτα. Έχουν κάνει ειδική διαρρύθμιση. Πήρε το δωμάτιο του αδελφού του, για να ναι πιο κοντά. Άλλος κι αυτός. "Αν έρθει "αυτός" στο σπίτι, εγώ δεν ξαναπατάω". Τέτοια αγάπη που σου ‘ρχεται συγκίνηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ε, σε κανά τρίλεπτο, άντε πεντάλεπτο, άμα είμαι τυχερός". Δεν είναι σίγουρος αν το σκέφτηκε ή αν το ονειρεύτηκε. Από την ώρα που βγήκε απ΄το νοσοκομείο τα μπερδεύει λίγο. Δεν έχει συνοχή. Κι όλο κάτι σαν να περιμένει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Χτύποι ακούγονται στο τζάμι. Έλα Παναγία μου. Σαν κάποιος να ρίχνει πετραδάκια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάνει μια μεγάλη προσπάθεια για να βγει στο παράθυρο. Βλέπει το πρόσωπο της Αγγελικής στο φεγγαρόφωτο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τρελάθηκες μωρέ;" Η καρδιά του χτυπάει γοργά.&lt;br /&gt;"Πήγα στο δωμάτιό σου και δε σε βρήκα. Μου παν σε διώξανε".&lt;br /&gt;"Έφυγα, δε με διώξανε. Πώς βρήκες το σπίτι;"&lt;br /&gt;"Το βρήκα. Θα μου ανοίξεις;"&lt;br /&gt;"Περίμενε. Έρχομαι εγώ κάτω".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πέρασε το τρίλεπτο, αλλά η τουαλέτα είναι μακρινή ανάμνηση. Είναι καλά, τόσο καλά όσο δεν ένιωσε ποτέ στη ζωή του. Ούτε καταλαβαίνει για πότε φοράει τα ρούχα του, πότε κατεβαίνει τη σκάλα, πότε βγαίνει στο κατώφλι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Βρε τρελάρα..."&lt;br /&gt;"Δε με χαιρέτησες πριν φύγεις".&lt;br /&gt;"Δε μπόρεσα, θα στα πω.... Τώρα όμως ήρθες. Έλα μέσα"&lt;br /&gt;"Όχι, άλλαξα γνώμη. Πάμε καλύτερα μια βόλτα"&lt;br /&gt;Ναι, βόλτα, γιατί όχι; Είναι καλά, είναι δυνατός και η Αγγελική του κρατά το χέρι. Σφιχτά το χέρι, με το ζεστό χεράκι της.&lt;br /&gt;"Πάμε".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φεύγουν. Οι λάμπες του δρόμου είναι χαλασμένες, το φως του φεγγαριού θαμπό. Ευτυχώς. Μπορεί να περπατά και να ονειρεύεται, τις βάρκες του, το μέλλον, εκείνην, μα δε μπορεί να δει τα βουρκωμένα της μάτια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Έχω τον μπαμπά μου στην Παθολογική, στον τρίτο". Όλα τα ψέματα που πρέπει κάθε φορά να αραδιάζει. Κάθε φορά θα γίνεται πιο εύκολο, της είπαν οι μεγάλοι, όμως δε γίνεται ποτέ. Όταν αφήνονται στα χέρια της με τόση εμπιστοσύνη, όταν της δίνουν μονάχοι την ψυχή τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Για πόσους δε μετάνιωσε, σε πόσους δε θέλησε να δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Όμως αυτό δε μπορεί να το κάνει. Το μόνο που μπορεί είναι να τους χαρίζει κάθε φορά ένα όμορφη τελευταία οπτασία. Κάτι είναι κι αυτό. Μια μικρή πράξη ελέους, από τον νεαρότερο άγγελο του θανάτου.&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-116315349867099446?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/116315349867099446/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=116315349867099446' title='18 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116315349867099446'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116315349867099446'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/11/mercy.html' title='Mercy'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>18</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-116219802770449001</id><published>2006-10-30T10:37:00.000+02:00</published><updated>2006-11-17T11:09:17.543+02:00</updated><title type='text'>Η Σφίγγα</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Το φόρεμα κρέμεται στα αριστερά της ντουλάπας, ξέχωρα απ΄τ' άλλα. Soie sauvage και δαντέλα, κατευθείαν απ΄το Παρίσι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μαμά παντρεύομαι" πληροφόρησε τη φωτογραφία στον τοίχο.&lt;br /&gt;"Μην το λερώσεις μόνο, κακομοίρα μου. Όπως το πήρες, έτσι να το γυρίσεις".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το σώμα της ταιριάζει άψογα στο νυφικό της μαμάς.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βρώμικο φως μπαίνει απ΄τις γρίλιες. Οι εκθέσεις αδιόρθωτες, στοίβες, πάνω στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού. Έχει όλο τον καιρό, μέχρι το μάθημα της Τρίτης. Ένα μπουκάλι με μπλε liqueur, Parfait d' amour, το ποτηράκι άπλυτο. Δίκιο έχει η μάνα της που την λέει τσαπατσούλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δεν ανοίγει τις γρίλιες. Γρουσουζιά να δουν τη νύφη πριν το γάμο. Η καμπάνα της εκκλησιάς ηχεί τέσσερις φορές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Hier encore j’avais 20 ans je caressais le temps et jouais de la vie&lt;br /&gt;Comme on joue de l’amour et je vivais la nuit sans compter sur mes jours&lt;br /&gt;qui fuyaient dans le temps&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρέπει να βιαστεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Κάθεται στο μαξιλάρι της τουαλέτας που αναδίδει άρωμα λουστραρισμένης κερασιάς. Κοιτάζεται στον καθρέφτη. Είναι χλωμή. Μόλις που κοιμήθηκε τρεις ώρες, το βράδυ. Νωρίτερα το πρωί πήγε κομμωτήριο. Την ώρα ακριβώς που άνοιγαν. "Παντρεύομαι". Τα μαλλιά της μαζεμένα, αφράτα στην κορφή, για ύψος. Ξανθά. Έπρεπε να τα είχε βάψει, να δώσει χρώμα. Μα το ξανθό είναι πιο αριστοκρατικό. Comme la reine brisée.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Eφαρμόζει τη βάση με τις άκρες των δαχτύλων, χωρίς να βιάζεται. Πούδρα με άρωμα τριαντάφυλλο. Μια γραμμή στα μάτια. Αλλη μία. Καφέ σκιά. Μπόλικο απ΄το κομματιασμένο ρουζ στο χρυσό κουτί με το καθρεφτάκι. Στις παρειές, στη μύτη, στο μέτωπο, στο πηγούνι. Τώρα είναι πολύ καλύτερα. Πάντα επιμένει να βάφεται μόνη της. Η τέχνη της δεν την έχει προδώσει ποτέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Μη σε ξαναδώ στο μάθημα βαμμένη, θα το πω στο λυκειάρχη. Μεγαλώσατε μαθές και θέλετε άντρα. Τσουλιά".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ψάχνει το κουτί το λαξεμένο με έρωτες. Αυτό της γαλλίδας γιαγιάς. Οι έρωτες ξερνάν ένα σύννεφο σκόνης, καθώς ανοίγει το κουτί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;J’ai fait tant de projets qui sont restés en l’air&lt;br /&gt;j’ai fondé tant d’espoirs qui se sont envolés&lt;br /&gt;Que je reste perdu ne sachant où allant aller&lt;br /&gt;mes yeux cherchant le ciel mais le coeur mis en terre.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια χρυσή αλυσίδα με charm. Ένα σετ χρυσά σκουλαρίκια με φίλντισι. Ευτυχώς που δεν έκλεισαν οι τρύπες στ' αυτιά της. Το σχολείο έχει αυστηρούς κανονισμούς. Που ακούστηκε καθηγήτρια να φορά κρεμαστά σκουλαρίκια. Βραχιόλια με διαμαντάκια, κουμπωτά. Έχει λεπτούς καρπούς και δε χρειάζεται να τα ξεκουμπώσει. Σαν τη γιαγιά της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια ματιά στο ρολόι του τοίχου. Πέντε και μισή. Ένα ψέκασμα άρωμα γιασεμί και είναι έτοιμη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;*****&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έξω έχει ακόμα φως. Σεπτέμβρης μήνας. Χθες έβρεξε, αλλά σήμερα είχε ήλιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Προχωρά με αργά βηματάκια κρατώντας σφιχτά την τσαντούλα της με τις παγιέτες. Η εκκλησία είναι πέντε λεπτά. Ο πεζόδρομος ανώμαλος.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κόσμος την κοιτάζει περίεργα. Εκείνη αποστρέφει το βλέμμα της. Comme la reine brisée. Μην κατσουφιάσει, θα χαλάσει όλος ο κόπος της τελευταίας ώρας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παραλίγο να πέσει δυο φορές, έτσι όπως προχωρά με το κεφάλι γυρισμένο. "Οι άλλοι είναι η δυστυχία σου", πόσο δίκιο είχε ο Proust. Άξεστοι άνθρωποι. Μα δε θα κάνει σε κανένα τη χάρη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δυο κοπέλες έρχονται προς το μέρος της πιασμένες χέρι χέρι. Τις βλέπει με την άκρη του ματιού. Σα δε ντρέπονται, μέσα στον κόσμο. Δυο φοιτήτριες με σάκες στον ώμο, άβαφες. Το προσωπείο της παρθενίας. Μα η προστυχιά φωνάζει από μακριά. Εκείνη δεν την ξεγελάνε.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μια τους δαγκώνεται καθώς την προσπερνάνε, το πρόσωπό της μια τσαλακωμένη μάσκα κωμικού. Και τότε δεν κρατιέται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τί γελάς μωρή; Τί γελάς; Θα σου ξεριζώσω το μαλλί τρίχα τρίχα! Αει στο διάολο!" και συνεχίζει φουρκισμένη το δρόμο της, το ρουζ κομματιασμένο, το πρόσωπό της σαν άνυδρη έρημος, άνυδρο από δάκρυα, άνυδρο από αισθήματα χρόνια τώρα. Δε θα τους κάνει τη χάρη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι κοπέλες παγώνουν προς στιγμή. Μετά συνεχίζουν γρήγορα το δρόμο τους, κι όταν έχουν φτάσει πια σε απόσταση ασφαλείας, ξεραίνονται στο γέλιο. Το γέλιο που ξεπλένει την προσβολή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τί ήταν αυτό, ρε μαλάκα;"&lt;br /&gt;"Kαλά, ας μην ήταν τρελή και θα σου λεγα. Θα της απαντούσα, αλλά δεν την είδες; Θεότρελη!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο κύριος που πουλάει χαρτομάντηλα στη στάση των λεωφορείων:&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Βρε κορίτσια, συμπαθάτε τη, τη γριά. Πριν καμιά σαρανταριά χρόνια, κάποιος την έστησε στα σκαλιά της εκκλησίας. Τέτοια μέρα θάταν. Όλοι εδώ την ξέρουμε, άκακη είναι, αλλά έχει τη βίδα της. Πάρτε ένα χαρτομάντηλο. Τώρα που πιάνουν τα κρύα..."&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-116219802770449001?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/116219802770449001/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=116219802770449001' title='15 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116219802770449001'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116219802770449001'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/10/blog-post_30.html' title='Η Σφίγγα'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>15</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-116134766939983584</id><published>2006-10-20T15:33:00.000+03:00</published><updated>2006-11-17T11:11:08.226+02:00</updated><title type='text'>Κι ύστερα φύγαν οι μέδουσες</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;"Παιδιά, αμέτε στα κρεββάτια σας".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Δε χρειάστηκε να τους το πει δεύτερη φορά. Τα δύο αγοράκια κρεμάστηκαν απ΄το λαιμό της, τη φίλησαν κι εξαφανίστηκαν τρέχοντας σχεδόν στο δωμάτιό τους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ασημούλα πάει στην κουζίνα να ετοιμάσει τους καφέδες. Διπλούς, σκέτους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο σαλόνι, οι τρεις άνθρωποι κάθονται αμίλητοι. Ο άντρας και τα κουνιάδια της. Καθώς μοιράζει τους καφέδες, ο ένας της χύνεται λιγάκι στο πιατάκι. Δαγκώνεται, μην της ξεφύγει κανά "Γούρι, γούρι" από συνήθεια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι άνθρωποι του γραφείου κηδειών έφεραν το φέρετρο πριν καμιά ώρα. Φόρεσαν στην πεθερά της το καλό της φουστάνι, αυτό που φόραγε στην εκκλησιά, στους γάμους που την καλούσαν, που τα τελευταία χρόνια όλο και το στένευαν. Τη βάψανε κιόλας κι έγινε αγνώριστη, ίδια μάσκα σαν αυτές που φοράν στο θέατρο. Άδικο είχαν τα παιδιά που τρόμαξαν...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το φέρετρο τώρα είναι τοποθετημένο στο κέντρο του σαλονιού. Η Ασημούλα κάθεται στην πιο απομακρυσμένη πολυθρόνα, μακριά απ΄το φως των κεριών, ελπίζοντας έτσι να την αφήσουν στην ησυχία της. Η κουνιάδα ήδη κοιτάζει το ρολόι. Αυτή θα είναι η πρώτη που θα την πάρει ο ύπνος. Το ότι παρίσταται στην ολονυχτία είναι από μόνο του μεγάλη παραχώρηση. "Ποιός κάνει στις μέρες μας ολονυχτία".&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι άντρες μιλάν χαμηλόφωνα. Ο νους της Ασημούλας τριγυρνά σε διάφορα άσχετα. Θα φτάσει το ψάρι για όλους τους καλεσμένους; Ελπίζει να μην καταφτάσουν διάφοροι παρατρεχάμενοι στην κηδεία, αν και τα τελευταία χρόνια η πεθερά της είχε περιορίσει τις κοινωνικές σχέσεις στο ελάχιστο, όχι ότι ήταν ποτέ της κοινωνική. Ηταν πεπεισμένη πως όλοι ήθελαν κάτι απ΄αυτή - και είχε δίκιο. Το σπίτι ήταν κλειστό, η μόνη της επαφή ήταν με τις αδελφές της, που τις έπαιρνε τηλέφωνο και τους έδινε ραπόρτο, πρήστηκαν τα πόδια μου, πονάει το κεφάλι μου, έχω φαγούρα, τί να πουν και οι γιατροί και ποιός να με νοιαστεί, βρε μάνα, πάλι στο τηλέφωνο, κλείστο επιτέλους, θα μας έρθει ο λογαριασμός βουνό. Η κατάκλισή της τελικά ήταν ευλογία για όλους. Για όλους εκτός απ΄την Ασημούλα που είχε αναλάβει τη φροντίδα της."Ασημούλα, νερό". "Ασημούλα, τουαλέτα". "Ασημούλα...". Καμιά φορά θυμόταν το παλιό της αστείο και τη φώναζε "Ασχημούλα". Και η Ασημούλα γέλαγε για να την ευχαριστήσει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Ασημούλα είναι ψηλή, χοντρή, μαυριδερή, με αραιά δόντια. Ο πατέρας της πάντα έλεγε ποιος θα στραβωνόταν να την πάρει, αλλά η καλή φύση προνόησε και της χάρισε κώλο για γκαλίκα. Γκαλίκα είναι το καλάθι που φορτώνονται οι γυναίκες τις πατάτες και τα αλεύρια και το στερεώνουν στο γοφό. Προσόν ανεκτίμητο για νοικοκυροκόριτσο, η προξενήτρα είχε φροντίσει να το τονίσει δεόντως, στο τέλος βρήκε το γαμπρό... αλλά η ασχήμια ασχήμια. Γι αυτό της φόρτωσαν τα πάντα στον κώλο, πατάτες, αλεύρια, παιδιά, καφέδες, κατάκοιτη πεθερά, γιατί κάπως έπρεπε να επανορθώσει. Η Ασημούλα έκλαιγε μέσα της για χρόνια για την αδικία, αλλά τώρα, περασμένα ξεχασμένα. Και όταν τη φωνάζαν "Ασχημούλα" έμαθε να γελάει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Παράξενη είναι η νεκρή με το φουστάνι. Καιρό είχε να τη δει με φουστάνι. Όλο με νυχτικιές ήταν, με φραμπαλάδες, κορδελίτσες και δαντέλες. Η πεθερά της ήταν όμορφη, κοκέτα, ακόμα και γριά. Και όλο έδινε διαταγές, γιατί το γάλα δεν είναι αρκετά ζεστό, δε μουσκεύει το παξιμάδι, γιατί δε μου έριξες ζάχαρη στο γάλα, γιατί το απαγορεύει ο γιατρός, έχετε ζάχαρο μητέρα, και τί ξέρει αυτός, βάλε μου ζαχαρίτσα να πάω τουλάχιστον χορτάτη, έλα, βάλε μου, και δώστου να φωνάζει και δώστου η Ασημούλα στην κουζίνα να εκτελέσει τις παραγγελιές. Και δώστου ν' αλλάξει μετά τη νυχτικιά γιατί η κατάκοιτη έχυνε τελικά το γάλα πάνω της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η μητέρα ο ήλιος και η Ασημούλα ο δορυφόρος που τριγύρναγε γύρω της και γύρω από τον εαυτό της.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το εβδομαδιαίο μπάνιο. Να γεμίζει τη μπανιέρα αφρόλουτρο με άρωμα βανίλια. Το έκανε ειδική παραγγελία από το μίνι μάρκετ, μόνο αυτό ήθελε η μητέρα και κανένα άλλο. Την απίθωνε με προσοχή μες στη μπανιέρα, μετά που δεν τη βαστούσαν πια τα πόδια της, την έβαζε σε καρεκλάκι μέσα στη μπανιέρα. Δυνατή η Ασημούλα, ίσαμε δυο άντρες. Και τη σαπούνιζε από πάνω ως κάτω, και χώνονταν τα βυζιά της μέσα στα νερά, τα δικά της βυζιά, μεγάλα και χαλαρά σαν της αγελάδας, δυο παιδιά βύζαξαν, δυο παιδιά κι ο κόσμος όλος. Η μητέρα είχε βυζιά μικρά σα λεμονάκια. Δυο λεμονάκια που δεν τα κοβε κανείς κι άρχιζαν σιγά σιγά να σαπίζουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο άντρας της χασμουριέται. Αμ, κύριε, τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους κώλους, κώλους για γκαλίκα, που μου θελες κι ολονυχτία κι επέμενες, που εσύ κοιμάσαι με τις κότες. Αλλά τα μάτια του είναι πρησμένα, το κλάμα φέρνει νύστα, συγχωρεμένος, έχασε τη μανούλα του, άσχετα αν αυτή δεν είχε κανέναν στα τελευταία της κοντά, παρά αυτήν, την Ασχημούλα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μετά το μπάνιο της έβαζε κρέμα για τη φαγούρα. Στα μπράτσα, στα πόδια και στην πλάτη. Της έκανε μασάζ αργά αργά, και ζύμωνε τα μπράτσα, μαλακά και γλιστερά και διάφανα, σαν τις μέδουσες που είχε δει μια φορά στην παραλία που είχαν πάει τα παιδιά να κάνουν μπάνιο και η Ασημούλα απλώς έβρεξε τα ποδάρια της, η Ασημούλα δεν έμαθε κολύμπι γιατί ποτέ της δεν τόλμησε να βάλει μαγιό, κι εκεί που έκανε πλάτσα πλούτσα και χαιρόταν τις είδε ξαφνικά στον αφρό, εκεί που έσκαγαν τα κύματα, τί είναι αυτά Αντώνη, α πα πα μέδουσες, παιδιά πάμε να φύγουμε, είναι βρώμικη η θάλασσα. Και η Ασημούλα λυπήθηκε γιατί είχε ωραίο καιρό και ήλιο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Τριγύρω σιωπή. Ολοι κοιμούνται.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και είναι η στιγμή που η Ασημούλα διαλέγει να κλάψει. Απ΄έξω της. Τώρα που φύγαν οι μέδουσες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σηκώνεται από την πολυθρόνα και παραλίγο να πέσει, τα πόδια της είχαν μουδιάσει και δεν τα ένιωθε. Πλησιάζει το φέρετρο. Την κοιτάζει για λίγη ώρα σκυμμένη, τα βυζιά της χωμένα στα λουλούδια, και μετά χαμηλώνει, να Τη φιλήσει ευλαβικά στα χείλη.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-116134766939983584?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/116134766939983584/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=116134766939983584' title='17 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116134766939983584'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116134766939983584'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/10/blog-post_20.html' title='Κι ύστερα φύγαν οι μέδουσες'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>17</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-116071797697570914</id><published>2006-10-13T08:38:00.000+03:00</published><updated>2006-11-17T11:11:35.420+02:00</updated><title type='text'>Ο μικρός Τάκης (τελ. μέρος)</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ο Στάθης την εγκατέλειψε. Ο Τάκης δε μπόρεσε τελικά να τον αποδεχτεί σαν καινούργιο πατέρα. Το γεγονός αυτό φανερώθηκε εμμέσως πλην σαφώς, όταν ο γιος της έσπασε στο ξύλο τη μικρή Ρίτα, όταν εκείνη μπήκε στο δωμάτιό του για να δει τον Τόμπυ που, μετά το ατυχές συμβάν της βόλτας, ήταν σχεδόν έγκλειστος εκεί. Δεν τη μάλωσε απλώς, δεν την έσπρωξε, αλλά την χτύπησε με μανία πάνω στους τοίχους, τη χαστούκισε, της τράβηξε τα μαλλιά και την κλώτσησε. "Ο Τόμπυ είναι ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ! ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ!"&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Μαρία ξεχνά σιγά σιγά τη σημασία της ευαισθησίας και της κατανόησης, καταριέται την ώρα και τη στιγμή που άφησε την ψυχολόγο, μια ξένη, να ορίσει τη ζωή της κι ανακαλύπτει η ίδια την πυγμή. Και ο δικός της πατέρας την έδερνε με τη λωρίδα όταν έκανε αταξίες, ή όταν άγγιζε δικά του πράγματα, κι όμως δε βγήκε προβληματική. Μόνο ο γιος της, ο γιος της...&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πηγαίνει στο δωμάτιό του με σταθερό βήμα. "Τάκη φέρθηκες απαίσια". Οχι, δε θα του πει αυτό. Το ξέρει κι ο ίδιος ότι φέρθηκε απαίσια. Δε θα αφήσει να την παρασύρει πάλι σε μονόλογο. Δε θα τον αφήσει πάλι να κουνάει το κεφάλι, χωρίς να λέει τίποτα. "Το σκυλί φεύγει από δω. Είναι η τιμωρία σου". Ναι, αυτό θα πει. Οριστικά και αμετάκλητα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Μαρία ανοίγει την πόρτα. Ο γιος της κάθεται πλάτη. Είναι ήρεμος και κάτι χαϊδεύει. Τον Τόμπυ μάλλον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Τάκη....Τάκη!" Ο Τάκης γυρνάει απαθής. Το σκυλί κείτεται πάνω στο κρεβάτι του ακίνητο σα βαλσαμωμένο, με τα ματάκια του σα γυάλινα, τα ποδαράκια προτεταμένα. Γύρω από το λαιμό του, τυλιγμένο σφιχτά το λουρί της βόλτας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Είναι δικός μου", λέει μόνο ο γιος της. "Δικός μου".&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-116071797697570914?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/116071797697570914/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=116071797697570914' title='17 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116071797697570914'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116071797697570914'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/10/blog-post.html' title='Ο μικρός Τάκης (τελ. μέρος)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>17</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-116063159747912696</id><published>2006-10-12T08:37:00.000+03:00</published><updated>2006-11-17T11:12:05.433+02:00</updated><title type='text'>O μικρός Τάκης (μέρος 3ο)</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η Μαρία είναι ανήσυχη. Εχει ένα κόμπο στο λαιμό που δε λέει να κατέβει. Χθες ο Τάκης είχε φροντιστήριο αγγλικών και για κάποιο λόγο τους κράτησαν περισσότερο, μάλλον είχαν διαγώνισμα, αν και τα γεγονότα που ακολούθησαν δεν κατέστησαν δυνατή την εξήγηση της αργοπορίας. Η Μαρία σκέφτηκε πως θα ήταν καλό να βγάλει τον Τόμπυ βόλτα και να τον ταϊσει, αφού ο γιος της αργούσε. Ηταν μια ευκαιρία να έρθει κοντά με το σκυλάκι που δυο μήνες κοντά, όχι δεν το είχε παίξει, δεν το είχε καν αγγίξει. Και φυσικά ο Τάκης θα της ήταν ευγνώμων, αφού θα γύρναγε κουρασμένος και θα είχε λιγοστή όρεξη να εκτελέσει τα καθήκοντα του αφεντικού.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ολα πήγαν ανέλπιστα καλά. Στην αρχή ο Τόμπυ φάνηκε να παραξενεύεται από την αλλαγή, αλλά στη βόλτα ήταν πολύ καλός, δεν τραβούσε, δε γάβγιζε τα άλλα σκυλιά. Η Μαρία σκεφτόταν ότι η ψυχούλα των σκυλιών είναι κομμάτι ξεχασμένου παραδείσου στη γη και συγκινήθηκε με την ίδια της τη σκέψη. Μικρή δεν είχε ποτέ ζώο. Ο πατέρας της είχε μικροβιοφοβία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οταν η Μαρία γύρισε το κλειδί στην πόρτα του διαμερίσματος για να μπουν μέσα, βρέθηκε μπροστά στην καταστροφή. Τα μαξιλάρια του καναπέ ήταν ριγμένα στο πάτωμα, το βάζο πάνω απ΄το τζάκι σπασμένο, το φαγητό του Τάκη που είχε βάλει σκεπασμένο πάνω στο τραπέζι, πρόλαβε να δει, από την πόρτα της κουζίνας, ριγμένο καταγής μαζί με το τραπεζομάντηλο. Πριν προλάβει να αναρωτηθεί αν μπήκε μέσα κάποιος κλέφτης στη διάρκεια της απουσίας της, είδε τον Τάκη να καταφτάνει μαινόμενος από το δωμάτιό του, με μάτια που δεν ήταν δικά του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;"Ποιός σου είπε να βγάλεις βόλτα το σκύλο ΜΟΥ; Ποιός σου έδωσε το δικαίωμα ν' αγγίζεις πράγματα δικά ΜΟΥ; Μην ξανατολμήσεις ποτέ..." και της άρπαξε το λουρί απ΄τα χέρια παρασέρνοντας και τον δύστυχο Τόμπυ που άφησε ένα σκούξιμο. Με ένα "μπαμ" έκλεισε την πόρτα πίσω του, να βγάλει ξανά το σκύλο βόλτα, να επανορθώσει την αδικία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Μαρία έβαλε τα κλάμματα. Δεν ήταν που της είχε βγει η πίστη τόσες ώρες στην κουζίνα να φτιάξει το πεταμένο παστίτσιο, δεν ήταν που έχασε το βάζο που είχαν φέρει απ΄την Κίνα με τον πρώην άντρα της, ενθύμιο ευτυχισμένων στιγμών, δεν ήταν που θα πέρναγε την επόμενη ώρα καθαρίζοντας. Ηταν...&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-116063159747912696?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/116063159747912696/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=116063159747912696' title='6 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116063159747912696'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116063159747912696'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/10/o-3.html' title='O μικρός Τάκης (μέρος 3ο)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>6</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-116054503117660749</id><published>2006-10-11T08:35:00.000+03:00</published><updated>2006-11-17T11:12:37.880+02:00</updated><title type='text'>Ο μικρός Τάκης (μέρος 2ο)</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ετσι ήρθε ο Τόμπυ στο σπίτι. Η ημέρα που ο Τάκης κατέφτασε στο σπίτι με ένα έντυπο της Φιλοζωικής Εταιρίας, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μία από τις ευτυχέστερες της ζωής της Μαρίας. Ο γιος της είχε τόση κρυμμένη ανθρωπιά, που προτίμησε να σώσει κάποιο ίσως ημίαιμο σκυλάκι από την ευθανασία, παρά να αγοράσουν σκυλί ράτσας όπως εκείνη του πρότεινε. Οχι γιατί η Μαρία είχε κάποιου είδους ρατσισμό απέναντι στα ημίαιμα, αλλά γιατί ήξερε, από την έρευνα αγοράς που έκανε, τη σημασία του πεντιγκρί για την αποφυγή των κληρονομικών ασθενειών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ηταν από τα πρώτα σκυλιά που είδε ο Τάκης και αμέσως σήκωσε το δάχτυλο και είπε "Αυτό", χωρίς να περιμένει να του δείξουν τα υπόλοιπα. Ηταν οπωσδήποτε μια άριστη επιλογή. Το σκυλάκι, μικρής ηλικίας, είχε το σωστό μέγεθος για διαμέρισμα, μάλλον διασταύρωση τεριέ με κανίς, ήταν κοκκινόξανθο, έξυπνο, ζωηρό και τρισχαριτωμένο. Το άκρως αντίθετο δηλαδή από τον ιδιοκτήτη του και η Μαρία θεώρησε αυτό σαν καλό οιωνό για την αναμόρφωση του γιου της. Ο Τάκης ανέλαβε αμέσως ευθύνες. Διάβασε βιβλία για την εκπαίδευση των σκύλων κι επιδείκνυε απέναντι στον μικρό του φίλο αναπάντεχη τρυφερότητα ανακατεμένη με πυγμή. Η Μαρία συνειδητοποίησε με συγκίνηση τον ενήλικο άντρα μέσα στον Τάκη που έβγαζε τον Τόμπυ βόλτα τρεις φορές την ημέρα, μια πριν το σχολείο, μια μετά, και μια το βράδυ, που τάιζε το σκυλί σε σταθερές ώρες, ξηρά τροφή αποκλειστικά για την καλή λειτουργία του εντέρου, που δεν το άφηνε να χοροπηδάει πάνω του, ή πάνω στους επισκέπτες, χρησιμοποιώντας - πολύ σπάνια - μια εφημερίδα για να το χτυπάει στα πισινά. Η Μαρία δεν είχε επιδείξει ποτέ τέτοια πυγμή κι ένιωσε ότι έπαιρνε απ΄το γιο της μαθήματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Τάκης ερχόταν πλέον υποχρεωτικά σε συναναστροφή με κόσμο, αφού, όπως είπαμε, έβγαζε βόλτα τον Τόμπυ τρεις φορές τη μέρα. Οι γείτονες τον καμάρωναν, η κυρά - Μάγδα, η διαχειρίστρια, τον χαρακτήριζε ως "ένα πολύ υπεύθυνο και σοβαρό παιδί" κάθε φορά που η Μαρία κατέβαινε να πληρώσει τα κοινόχρηστα. Ο Τάκης ανταπέδιδε σπάνια έως ποτέ τους χαιρετισμούς από την ομήγυρη, αφού συνήθως ήταν απασχολημένος να προσέχει το βήμα του, μήπως και πατούσε τον μικρόσωμο Τόμπυ κατά λάθος. Ομως αυτή η εντός εισαγωγικών αγένεια δεν θα μπορούσε να είναι παρεξηγήσιμη. Η χαρά της Μαρίας έγινε εκστατική, όταν ο Τάκης άρχισε για πρώτη φορά να συζητάει με τον Στάθη, ο οποίος είχε πολλά σκυλιά μικρός και ήταν γνώστης, κατά κάποιο τρόπο, των ασθενειών των σκύλων και του επέστηνε την προσοχή στη σημασία του έγκαιρου εμβολιασμού και του προληπτικού ελέγχου για λεϊσμανίαση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το μόνο μελανό, αν θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει ως τέτοιο, σημείο, ήταν η εμμονή του Τάκη να μην αγγίζει κανένας το φίλο του. Κανείς, ούτε οι γείτονες που έσπευδαν να τον χαϊδέψουν, ούτε οι μόνιμοι επισκέπτες του σπιτιού, ο Στάθης με τη Ρίτα, ούτε καν η ίδια η μητέρα του. Αλλά από την άλλη, αυτό ήταν αναγκαίο, εξήγησε ο Στάθης στη Μαρία, αφού το σκυλί πρέπει να συνηθίζει σε ένα αφεντικό μοναχά και να μην έχει πολλές οικειότητες ή δέχεται εντολές από άλλους.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-116054503117660749?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/116054503117660749/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=116054503117660749' title='2 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116054503117660749'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116054503117660749'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/10/2.html' title='Ο μικρός Τάκης (μέρος 2ο)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>2</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-116046104475528660</id><published>2006-10-10T09:13:00.000+03:00</published><updated>2006-11-17T11:13:25.430+02:00</updated><title type='text'>Ο μικρός Τάκης (μέρος 1ο)</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Ο μικρός Τάκης ήταν αποδεδειγμένα ένα ιδιόρρυθμο παιδί. Δεν ήταν που της τόλεγε το ένστικτό της, που οι συμμαθητές του το απέφευγαν, όχι, δεν τον ενοχλούσαν, δεν του έκαναν καζούρες, απλά τον απέφευγαν, δεν ήταν που ο δάσκαλος της τόνιζε σε κάθε έλεγχο ότι το παιδί είναι αντικοινωνικό και χρήζει ιδιαίτερης προσοχής. Η μάνα άλλωστε είναι μάνα, άτομο δηλαδή αμφιβόλου αντικειμενικής κρίσης, τα παιδιά παιδιά, και ο δάσκαλος δημόσιος υπάλληλος, που θέλει ν' αποποιείται τις ευθύνες. Είναι που της το επιβεβαίωσε η παιδοψυχολόγος, γυναίκα με σπουδές και μάλιστα μάνα κι αυτή, με τρία παιδιά που τα μεγαλώνει χωρίς βοήθεια. Ατομο δηλαδή του οποίου τη γνώμη δε μπορεί να πάρει κανείς αψήφιστα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οχι πως η Μαρία έδινε πάντα βάση στους ειδικούς. Για την ακρίβεια, ένοιωθε για μέρες μια αμηχανία, μια ντροπή για την τελευταία αυτή διέξοδο που διάλεξε για το παιδί της. Μεγάλωσε σε μια δεμένη οικογένεια, παρόλα τα προβλήματά της, και πάντα πίστευε ότι η αγνή αγάπη νικά τα πάντα. Η πεποίθηση αυτή δεν εκπορευόταν από απλοϊκότητα ή αμορφωσιά. Η Μαρία μπορούσε να παινευτεί ότι συνδύαζε ακαδημαϊκή μόρφωση και ανθρώπινη ζεστασιά, το ιδεώδες του πνεύματος και ψυχής. Επιπλέον κατάφερε να συνδυάσει με επιτυχία καριέρα και οικογένεια, χωρίς ποτέ της να δοθεί στο ένα εις βάρος του άλλου. Το διαζύγιό της ήταν μάλλον θέμα κακών συγκυριών και φρόντισε να το χειριστεί όσο περισσότερο πολιτισμένα μπορούσε.. Το συζήτησε με τον Τάκη, του εξήγησε ότι δύο άνθρωποι που αγαπιούνται, εντούτοις δε μπορούν να είναι μαζί, και το παιδί φάνηκε ότι κατάλαβε. Κουνούσε δηλαδή το κεφάλι απαθής, αλλά η απάθεια είναι το σήμα κατατεθέν του, άρα όχι κάτι ανησυχητικό από μόνο του. Ακόμα κι αν του φτιάχνει πίτσα, ας πούμε, που του αρέσει, ή κερδίζει ο Ολυμπιακός, έχει πάντα την ίδια έκφραση. Ακόμα κι όταν του σύστησε το Στάθη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η Μαρία δε θα μπορούσε στα τριανταοχτώ της ν' απαρνηθεί τη ζωή, αλλά ούτε και να υποτάξει τον εαυτό της και το γιο της σε παρωχημένες αντιλήψεις, όπως το να θάβεται η γυναίκα μετά το διαζύγιο. Αλλωστε, "όταν είσαι ευτυχισμένος, κάνεις ευτυχισμένους και τους γύρω σου". Και ο Στάθης, ήταν, όχι καλή, αλλά ιδανική περίπτωση, χωρισμένος κι αυτός, με μια κόρη, τη Ρίτα, σχεδόν στην ηλικία του Τάκη. Ανθρωπος ώριμος, που αγκάλιασε τον γιο της από την πρώτη στιγμή σαν παιδί του. Κι ο Τάκης δε φάνηκε να έχει κανένα πρόβλημα. Οχι ότι ήταν εγκάρδιος ή κάτι τέτοιο, τέτοιες απαιτήσεις από τον Τάκη θα ταν υπερβολικές, αλλά τουλάχιστον ήταν ευγενικός, και δεν την είχε φέρει ποτέ σε δύσκολη θέση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ολα δηλαδή τα έκανε όσο καλύτερα μπορούσε, όσο καλύτερα μπορεί ένας άνθρωπος να τα κάνει. Γι' αυτό και δε μπορούσε να καταλάβει. Γιατί βγήκε ο Τάκης τόσο ιδιόρρυθμος; Η λέξη "προβληματικός" εννοείται δεν ειπώθη ποτέ φωναχτά, ούτε καν ψιθυριστά, ήταν μια ανόσια λέξη που ξεπηδούσε από τα μύχια της ψυχής της και που όσο η Μαρία της έσπρωχνε το κεφάλι να πάει κάτω στο βυθό, εκείνη επέμενε να ξεπηδά, ξανά και ξανά. Σε μια στιγμή απεγνωσμένης έκλαμψης, σκέφτηκε πως ο Τάκης ήταν μια παραγνωρισμένη ιδιοφυία. Η απάθεια που κινδυνεύει να παρερμηνευτεί ως περιφρονητική στάση προς τους γύρω, ως "προβληματική" συμπεριφορά, είναι κάτι που συνήθως υπαγορεύεται από την ιδιοσυγκρασία ενός εξαιρετικά ευφυιούς ατόμου. Κάτι τέτοιο, αν ίσχυε, θα ήταν κάπως παρήγορο. Θα είχε χάσει το γιο της, αλλά θα είχε κερδίσει μια ιδιοφυία, που θα τους έκανε περήφανους στο απώτερο μέλλον. Ισως γινόταν εφευρέτης, ή έλυνε κάποιο άλυτο μαθηματικό πρόβλημα. Ομως η πραγματικότητα τη διέψευσε όταν το τεστ ευφυίας έδειξε ότι ο Τάκης είχε IQ 116. IQ δηλαδή φυσιολογικού έως έξυπνου ατόμου, σε καμία περίπτωση όμως ιδιοφυίας. Ετσι η Μαρία δεν είχε παρά να στραφεί στην παιδοψυχολόγο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η παιδοψυχολόγος επιβεβαίωσε απλώς την ιδιορρυθμία του Τάκη, αλλά επειδή η αντικοινωνικότητα και η απάθεια είναι συμπτώματα πολλών ψυχικών ασθενειών, επιφυλάχτηκε για ακριβές πόρισμα. Το μόνο που ήξερε θετικά η γιατρός ήταν ότι το παιδί χρειαζόταν κάποιο έναυσμα να νοιαστεί για τους άλλους, κάτι που θα ενδυνάμωνε την ενσυναίσθησή του. Κάτι να προσέχει και να φροντίζει.&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-116046104475528660?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/116046104475528660/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=116046104475528660' title='5 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116046104475528660'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/116046104475528660'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/10/1.html' title='Ο μικρός Τάκης (μέρος 1ο)'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>5</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-115976754322541658</id><published>2006-10-02T08:36:00.000+03:00</published><updated>2006-11-17T11:14:06.556+02:00</updated><title type='text'>Amityville</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Η Ηλέκτρα βγαίνει απ΄το δωμάτιό της. Η μητέρα της της χτύπησε την πόρτα πριν κανα τέταρτο, "Φεύγουμε" είπε, και μετά επικράτησε σιγή. Η Ηλέκτρα είναι μόνη στο σπίτι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι γονείς της πηγαίνουν στην κουμπάρα, τους έχει τραπέζι. Οι κουμπάροι πρέπει να το φυσάν το χρήμα γιατί όλο τραπέζια κάνουν. Πότε την παραμονή Πρωτοχρονιάς, πότε για την επέτειο των γάμων τους, πότε για τα γενέθλια των παιδιών. Μαζεύουν καμιά διακοσαριά κόσμο και δεν το διαλύουν μέχρι αργά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η κουμπάρα είναι μια θεόρατη μελαχροινή γυναίκα με κακαριστό γέλιο. Ο άντρας της είναι κοντός και χοντρός με επίσης κακαριστό γέλιο. Ευτυχώς γελάν με βάρδιες. Τα παιδιά τους είναι χοντρά κι αυτά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Με το κορίτσι η Ηλέκτρα συνεννοείται περίφημα. Επειδή η μία βαριέται την άλλη εξίσου, μετά το τυπικό "Τί κάνεις;" δεν ανταλλάζουν άλλη κουβέντα για το υπόλοιπο της βραδιάς. Το αγόρι, αντίθετα, με το οποίο είναι συνομίληκοι, την έχει συνέχεια από πίσω: "Ηλέκτρα, πώς πάει η ζωή σου;" Κάποιος θα του 'πε ότι η ατάκα αυτή είναι η επιτομή της εξυπνάδας, γιατί επιμένει να την επαναλαμβάνει, και κάθε φορά της Ηλέκτρας της έρχεται να κάνει εμετό. Τις προάλλες, εκεί που στέκονταν στον μπουφέ, της χούφτωσε τον κώλο. Η Ηλέκτρα έγινε κατακόκκινη και μέχρι ν' αποφασίσει αν έγινε κατά λάθος ή επίτηδες, ώστε να επιλέξει και την κατάλληλη αντίδραση, εκείνος είχε περάσει μπροστά της κι έβαζε στο πιάτο του ντολμαδάκια με έκφραση ανήξερου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή τη φορά η Ηλέκτρα δεν ακολούθησε τους δικούς της. "Εχω διάβασμα". Ας την ψάχνει τώρα ο ηλίθιος όσο θέλει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το θέμα είναι ότι όντως έχει διάβασμα. Είναι η δεύτερη φορά που θα δώσει Γλωσσολογία κι αυτή τη φορά πρέπει να είναι προετοιμασμένη. Μα δε μπορεί να συγκεντρωθεί. Το άδειο σπίτι την προκαλεί να κάνει πράγματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Να βάλει μουσική στη διαπασών, φερειπείν. Η πολυκατοικία είναι γεμάτη γέρους και κουφούς και κανείς δε θα της κάνει παρατήρηση. Η μπορεί κουφούς γέρους. Η μπορεί γέρους με περίσσια κατανόηση για τα επαναστατημένα νιάτα που ακούν μουσική στη διαπασών. Ολο και κάποιον θα δει στο ασανσέρ, με το σκυλί του αγκαλιά, όλοι έχουν εκείνα τα μικρά σκυλιά που όλο γαυγίζουν, τα ασχημομούρικα, και τη ρωτούν "Πώς πάει η σχολή; Καλά; Μπράβο, μπράβο.". Μπορεί και να καπνίσει ελεύθερα στο δωμάτιο, αντί να βγαίνει με το μπουφάν στον ψόφο, μην πάρουν είδηση οι δικοί της ότι καπνίζει. Μπορεί και να πάρει τηλέφωνο το φίλο της το Σταμάτη και να μιλάν με τις ώρες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανάβει το πρώτο τσιγάρο. Θ' ανοίξει τις μπαλκονόπορτες κατά τα μεσάνυχτα και η κάπνα θα εξαφανιστεί. Το δύσκολο δεν είναι η κάπνα, αλλά οι γόπες που τις ρίχνει στην τουαλέτα κι επιμένουν να στροβιλίζονται στην επιφάνεια. Αυτό πάντα της σπάει τα νεύρα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σάββατο βράδυ, οι συμφοιτήτριές της θα έχουν βγει με τους φίλους τους. Καμιά φορά την καλούν κι αυτή στην παρέα, αλλά η Ηλέκτρα αρνείται. Ούτως ή άλλως από ευγένεια το κάνουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι γονείς την προτρέπουν να αποκτήσει παρέες. Οι γονείς της της λένε να ντύνεται μοδάτα, όπως όλα τα νέα κορίτσια. Οι γονείς της την πιέζουν να κόψει με το Σταμάτη, γιατί είναι κακή επιρροή.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σταμάτης είναι gay και είναι ο μόνος που την καταλαβαίνει. Μόνο μ' αυτόν διασκεδάζει όταν βγαίνουν. Η αλήθεια είναι ότι κάνουν πράγματα πολύ χοντρά. Οπως εκείνη τη φορά που έτρωγαν πατατάκια στην αίθουσα του σινεμά, σ' εκείνη την πολύ κουλτουριάρικη, ρουμάνικη ταινία, κι ανάγκασαν τον τύπο μπροστά ν' αλλάξει θέση φωνάζοντας "Αει στο διάολο, γαϊδούρια". Η στο θέατρο, που στοιχημάτιζαν φωναχτά πόσες μπριζόλες έβγαιναν από το κωλομέρι της χοντρέλως πρωταγωνίστριας. Τότε τους είχαν πετάξει έξω.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Σχηματίζει το νούμερο του κινητού του. Το χει κλειστό. Σπίτι του δεν πρόκειται να πάρει. Μπορεί να το σηκώσει η μάνα του, κι αυτή είναι ψυχοπαθής. Ορεξη είχε τώρα να την ακούει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Εξετάζει την πιθανότητα να βγει μόνη της, κοιτάζοντας με μισόκλειστα μάτια την κάφτρα του τσιγάρου να μεγαλώνει επικίνδυνα, αλλά σύντομα την αποκλείει. Οι γονείς της μπορεί να πάρουν τηλέφωνο στο σπίτι, κι εκείνη δε μπορεί να λείπει, έτσι ξαφνικά. Ολα πάντα στραβά τα κανονίζει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οταν βγαίνει μόνη της η Ηλέκτρα πηγαίνει σχεδόν πάντα στο σινεμά. Η Ηλέκτρα λατρεύει την πανίδα των μικρών σινεμά που αποτελείται από κουλτουριάρηδες, μύωπες, κοντόχοντρους τύπους που την κοιτάν σαν ξερολούκουμο. Πιάνει μάλιστα κουβέντα μαζί τους στα διαλείμματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πόσες φορές το έχει φανταστεί ότι ένας από αυτούς τους τύπους, ένας αρκετά χάλιας για να νιώθει ότι του κάνει χάρη, την πιάνει αγκαζέ, την βάζει στο αυτοκίνητό του και την πάει στο σπίτι του, ή σε κανα ξενοδοχείο, όπου την αναγκάζει -αυτό έχει σημασία- να υποκύπτει στις ανώμαλες ορέξεις του. Η Ηλέκτρα βλέπει πολλές μεταμεσονύχτιες τσόντες όταν λείπουν οι δικοί της και μπορεί να θεωρηθεί φροντιστηριακά έτοιμη. Τελικά όμως, πάντα φεύγει μόνη της. Φταίει ίσως που φαίνεται πολύ μικρότερη από δεκαεννιά. Φταίει ίσως κάτι άλλο. Η Ηλέκτρα είναι σίγουρη πως σε λίγο θα καταλήξει να βάλει αγγελία στα τσοντοπεριοδικά, σαν το Σταμάτη. Προσφέρεται παρθένα για διακόρευση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η σκέψη του σεξ πάντα της φέρνει πείνα και η Ηλέκτρα πηγαίνει στην κουζίνα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το ψυγείο είναι γεμάτο γιαουρτάκια 2% κι έχει κι ένα πιάτο κολοκυθάκια βραστά. Οι γονείς της προσέχουν τη σιλουέττα τους. Εχει ευτυχώς υλικά για τοστ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Φτιάχνει ένα τοστ με τέσσερις φέτες τυρί και το βάζει στο φούρνο μικροκυμάτων για να λιώσει. Περιμένει τη στιγμή που θα βυθίζει ηδονικά τα δόντια της στη μαλακή μάζα, φαντάζεται τη λάβα της χοληστερίνης να κατεβαίνει αργά αργά τον οισοφάγο της, το λίπος να κολλάει στα αγγεία της, προετοιμάζοντας ένα ωραιότατο έμφραγμα. Σε καμιά σαρανταριά χρόνια ίσως. Χα, θα τους τη σκάσει ολονών.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μια φορά η Ηλέκτρα έφαγε μόνη της μισό κουτί προφιτερόλ που είχε φέρει κάποιος επισκέπτης. Φύλαξε το άλλο μισό για την επομένη, όμως, το πρωί της επομένης, το βρήκε στα σκουπίδια. Το χε πετάξει ο μπαμπάς της "για να μην τρώει συνέχεια σκατά". Η Ηλέκτρα θυμάται πως θρήνησε πάνω από το όμορφο καφετί γυαλιστερό πτώμα, χυμένο πάνω σε άδειους κεσέδες γιαούρτι και ντοματόφλουδες.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καμιά φορά, οι γονείς της αργούν πολύ να γυρίσουν από τις επισκέψεις. Κι όταν η ώρα πάει δύο ή τρεις, η Ηλέκτρα φαντάζεται ότι κάποιος την παίρνει τηλέφωνο μέσα στη νύχτα. Μια πολύ σοβαρή, πονετική φωνή την πληροφορεί ότι έγινε σοβαρότητο δυστύχημα. Η Ηλέκτρα αφήνει το ακουστικό να της πέσει απ΄τα χέρια. Βλέπει τον εαυτό της να βγαίνει από την αίθουσα του νεκροτομείου, χλωμή, αλλά ψύχραιμη. Ολοι την κοιτάζουν με λύπη και δέος συνάμα: "Θαρραλέο κορίτσι. Και μόλις έχασε ό,τι είχε και δεν είχε στον κόσμο...". Η Ηλέκτρα έχει τελειοποιήσει το συγκρατημένα θλιμμένο ύφος. Το χει προβάρει στον καθρέφτη κάμποσες φορές.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι γονείς της χυμένοι σε δυο φορεία, διαμελισμένοι, σαν τις αθώες μπάλες του προφιτερόλ.&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-115976754322541658?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/115976754322541658/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=115976754322541658' title='14 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/115976754322541658'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/115976754322541658'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/10/amityville.html' title='Amityville'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>14</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-115924989480292387</id><published>2006-09-26T08:47:00.001+03:00</published><updated>2006-11-17T11:14:49.366+02:00</updated><title type='text'>Ελένη Π. Χριστοφοράτου - Κυκλοφορία νέων βιβλίων</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;Το Σαββατοκύριακο που πέρασε διάβασα δύο έργα από μια νέα και πολλά υποσχόμενη συγγραφέα που θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας. Οχι τόσο «στο πλαίσιο της αλληλεγγύης και αλληλοπροώθησης των νέων λογοτεχνών», όσο γιατί πρόκειται για δυο πραγματικά αξιόλογα έργα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πρόκειται για την Ελένη Π. Χριστοφοράτου, φιλόλογο, που γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Τον Ιούνιο του 2006 κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ τα δύο πρώτα έργα της: η συλλογή ποιημάτων «Ποιητική Ατραπός» και το πεζογράφημα «Εκείνη».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Οι ακαδημαϊκές της καταβολές είναι ολοφάνερες στα έργα της, τα οποία είναι κυριολεκτικά φόρος τιμής στα άρτια ελληνικά. Προσεγμένο, πλούσιο λεξιλόγιο, εικονοπλασία μέσω παραπομπών στην ελληνική μυθολογία, στη φύση, στις πόλεις που συναντά στα ταξίδια της. Απολαυστικά αναγνώσματα που τα διαβάζεις με μειδίαμα και τα αφήνεις να σε ταξιδέψουν σε έναν κόσμο μέσα και πέρα απ'το δικό μας.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Πιο συγκεκριμένα:H συλλογή ποιημάτων «Ποιητική Ατραπός», μαζί με τα προαναφερθέντα στοιχεία, είναι ένα έργο γεμάτο ευαισθησία, εικόνες που λένε περισσότερα από χίλιες λέξεις, ζωντανές και νεκρές φύσεις, χαρά και αδιόρατη μελαγχολία, λεπτούς υπαινιγμούς απώλειας, χωρίς να γίνεται ποτέ κραυγαλέο, χωρίς να εκβιάζει ποτέ το συναίσθημα του αναγνώστη. Τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής είναι τα: «Απουσία», «Νεκρές Γωνιές», «Απαντοχή», ΚΟΡΥΦΑΙΟ το «Στη δασκάλα του πιάνου». Η καλύτερη δυνατή αρχή για μια νέα ποιήτρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το δεύτερο έργο, το πεζογράφημα «Εκείνη», είναι ουσιαστικά ένα μεγάλου μήκους ποίημα, μια ωδή στον ιδανικό έρωτα. Είναι ένα έργο μαγευτικό, θυμίζει τα έργα των ρομαντικών των 18ου-19ου αιώνα, μόνο που εδώ δεν έχουμε πόνο, θάνατο, κάθαρση, ο έρωτας επουλώνει τα πάντα προτού προλάβουν να γίνουν πληγές. Αν κι έχω τη φήμη του κυνικού καθάρματος (τουλάχιστον, ό,τι μπορώ κάνω), το έργο αυτό με άγγιξε, με έναν τρόπο που ήταν πέρα από λογική, πέρα από κριτική ανάλυση. Δεν περιγράφεται. Οι πιο ρομαντικές θα το αγαπήσουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και τα δύο έργα είναι πολύ προσεγμένα ως προς την εμφάνιση και ποιότητα του χαρτιού, όπως όλες οι εκδόσεις της ΔΩΔΩΝΗΣ. Διατίθενται από το βιβλιοπωλείο της Δωδώνης, οδός Ανδρέου Μεταξά 28, Πλατεία Εξαρχείων και η τιμή είναι 8,00 Ευρώ για την ποιητική συλλογή και 6,00 Ευρώ για το πεζό. &lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-115924989480292387?l=renton-maelstrom.blogspot.com' alt='' /&gt;&lt;/div&gt;</content><link rel='replies' type='application/atom+xml' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/feeds/115924989480292387/comments/default' title='Post Comments'/><link rel='replies' type='text/html' href='http://www.blogger.com/comment.g?blogID=31388697&amp;postID=115924989480292387' title='4 Comments'/><link rel='edit' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/115924989480292387'/><link rel='self' type='application/atom+xml' href='http://www.blogger.com/feeds/31388697/posts/default/115924989480292387'/><link rel='alternate' type='text/html' href='http://renton-maelstrom.blogspot.com/2006/09/blog-post_115924989480292387.html' title='Ελένη Π. Χριστοφοράτου - Κυκλοφορία νέων βιβλίων'/><author><name>renton</name><uri>http://www.blogger.com/profile/08196747150461015454</uri><email>noreply@blogger.com</email><gd:image rel='http://schemas.google.com/g/2005#thumbnail' width='16' height='16' src='http://img2.blogblog.com/img/b16-rounded.gif'/></author><thr:total>4</thr:total></entry><entry><id>tag:blogger.com,1999:blog-31388697.post-115856075356874528</id><published>2006-09-18T09:20:00.000+03:00</published><updated>2006-11-17T11:15:22.573+02:00</updated><title type='text'>...</title><content type='html'>&lt;span style="font-family:arial;"&gt;«Παιδιά κάντε ησυχία, ο μπαμπάς δουλεύει!» Η όμορφη ξανθιά γυναίκα κλείνει σιγανά την πόρτα πίσω της. Ο ήχος από τα τακούνια της σβήνει, καθώς εκείνη απομακρύνεται στο διάδρομο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Έχει αφήσει το δίσκο με το πρωινό του στην αριστερή γωνία του γραφείου του. Πορτοκαλάδα, γαλλικό καφέ και κρουασάν. Σε σερβίτσιο με κίτρινα λουλούδια, πάνω σε πράσινο παστέλ δίσκο. Όλα εκεί μέσα μαρτυρούν το αψεγάδιαστο προσωπικό της γούστο: το σερβίτσιο, ο δίσκος, το ξύλινο αντικέ γραφείο, το παραδοσιακό ανάκλιντρο με το λευκό πλεκτό πάπλωμα, οι χαμηλές καρέκλες με την πλάτη και το κάθισμα κεντημένα στο χέρι. Η γυναίκα του ήταν κάποτε διακοσμήτρια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ο Πέτρος παρήγγειλε ένα από το συνηθισμένο. Ο σερβιτόρος του πέταξε σχεδόν το ποτήρι με το ουίσκι. Βαρέθηκε να τον βλέπει κάθε βράδυ στην ίδια ακριβώς θέση. Ο Πέτρος κράτησε για λίγο το ποτήρι στο ύψος των ματιών του. Κοίταξε μέσα από το κίτρινο υγρό σαν μέσα από παραμορφωτικό καθρέφτη. Μετά το άδειασε μονορούφι και καθώς το οινόπνευμα του έκαψε τα σωθικά, ένιωσε και πάλι το γνώριμο αίσθημα γαλήνης. Σα να επέστρεφε σπίτι…»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σ. κάνει παύση και υπογραμμίζει την παράγραφο. Ο εκδότης του έχει επισημάνει να υπογραμμίζει τα ενδιαφέροντα σημεία. Όχι πως η παράγραφος είναι ακριβώς ενδιαφέρουσα. Αλλά έχει ωραίες παρομοιώσεις: «τον παραμορφωτικό καθρέφτη» και «την επιστροφή στο σπίτι».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σ. πίνει αργά τον καφέ του κοιτάζοντας την οθόνη του υπολογιστή. Την κοιτάζει για πολλή ώρα. Και τότε αποφασίζει ότι του χρειάζεται μια βόλτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Καθώς κατεβαίνει τη σκάλα, παραπατάει πάνω σε ένα πλαστικό παπάκι που το χουν παρατήσει στο σκαλοπάτι. Στέκεται ασάλευτος για λίγο, μέχρι να χαμηλώσουν οι παλμοί του. Θα μπορούσε να έχει γκρεμοτσακιστεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Στο σαλόνι τα παιδιά βλέπουν κινούμενα σχέδια με τον ήχο στη διαπασών. Η γυναίκα του είναι στην κουζίνα και διαβάζει ένα περιοδικό. «Φεύγω» της ανακοινώνει. Η γυναίκα σηκώνει το κεφάλι έκπληκτη. Κάτι πάει να πει, αλλά τελευταία στιγμή το μετανιώνει. «Μην αργήσεις μόνο για το μεσημεριανό», λέει στο τέλος. Ο Σ. είναι ήδη στην πόρτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Βγαίνοντας, αισθάνεται χαρούμενος που θυμήθηκε να πάρει και το πανωφόρι του. Έχει ήλιο, αλλά και μια διαπεραστική φθινοπωρινή ψυχρούλα. Αποφασίζει να πάει στο αγαπημένο του καφέ.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Συνήθως πηγαίνει με τα πόδια. Είναι μόλις ένα τέταρτο δρόμος και η άσκηση του κάνει καλό. Σήμερα όμως θα πάει με το λεωφορείο. Έχει ανάγκη να βρεθεί με ανθρώπους.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Οι συγγραφείς είναι τα παράσιτα της ανθρωπότητας», σκέφτεται την ώρα που κατευθύνεται στη στάση. «Τρέφονται και επιβιώνουν από τις ζωές των άλλων. Από τα πρόσωπα των ξένων». Τους περισσότερους από τους ήρωές του τους έχει εμπνευστεί παρατηρώντας τα πρόσωπα των ανθρώπων στα λεωφορεία, στις αίθουσες αναμονής, στους σταθμούς του υπoγείου σιδηρόδρομου.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το λεωφορείο έρχεται αμέσως. Ο Σ. ανεβαίνει, ακυρώνει το εισιτήριό του και πιάνει θέση στα ανάποδα καθίσματα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Το λεωφορείο ξεκινάει. Απέναντί του κάθεται μία κοπέλα. Αεράτη, μοδάτη, μιλάει στο κινητό της. Κάπου κάπου διακόπτει τη συνομιλία για να χαχανίσει, καλύπτοντας το στόμα της με το χέρι της με τα μακριά δάχτυλα. Ένα ανόητο, άδειο πρόσωπο.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σ. κατεβαίνει από το λεωφορείο και η διάθεσή του είναι απαίσια.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Μπαίνει στο καφέ και πιάνει τη συνηθισμένη του γωνία. Παραγγέλνει ένα από το συνηθισμένο. Ο σερβιτόρος του πετάει σχεδόν το φλιτζάνι με τον γαλλικό. Έχει βαρεθεί να τον βλέπει κάθε μέρα στην ίδια ακριβώς θέση. Ο Σ. κοιτάζει μέσα στο καφέ υγρό σαν μέσα από παραμορφωτικό καθρέφτη. Μετά το αδειάζει μονορούφι και καθώς ο καυτός καφές του καίει τα σωθικά, νιώθει και πάλι το γνώριμο αίσθημα γαλήνης. Σα να επιστρέφει σπίτι…&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Βρε, βρε! Καλώς σε βρήκα!”&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σ. στρέφει στο κεφάλι, προλαβαίνοντας να κρύψει τον πανικό του. Βλέπει το Λ. να έρχεται όλο έξαψη προς το μέρος του. Απρόσκλητος, όπως πάντα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Λ. πιάνει την καρέκλα και τη φέρνει κοντά στο συνάδελφό του. Μυρίζει απαίσια. Στο πέτο του πουκαμίσου του μια ευδιάκριτη κίτρινη γραμμή ιδρώτα.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Λοιπόν, Σ., πώς πάει το καινούργιο μυθιστόρημα;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Προχωράει».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Αργά και σταθερά, ε;» Του Σ. δεν του αρέσει καθόλου αυτή η παρατήρηση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Εγώ το δικό μου το υπέβαλα». Ο Λ. σκύβει συνωμοτικά προς το μέρος του. «Τελείως διαφορετικό από ότι έχω γράψει μέχρι τώρα. Ο εκδότης μου τρελάθηκε, μιλάμε, όταν το διάβασε ολοκληρωμένο. Θα σου έλεγα τι είναι, αλλά θα χαλούσε ο αιφνιδιασμός! Σύντομα θα μάθεις, άλλωστε. Αν όλα παν καλά, το πολύ σε δύο μήνες θα έχουμε την πρώτη παρουσίαση. Θα έρθεις, ε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Φυσικά και θα έρθω.» Ο Σ. με έκπληξη παρατηρεί ότι τα χέρια του έχουν αρχίσει να ιδρώνουν.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Λοιπόν;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Τι λοιπόν;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Πώς πάει η οικογένεια; Η σύζυγος; Τα παιδιά;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όλοι καλά, δόξα τω Θεώ. Τα δίδυμα αρχίζουν φέτος σχολείο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Καλή αρχή λοιπόν! Η εικόνα της απόλυτης οικογενειακής ευτυχίας! Αλιά από μένα&lt;br /&gt;δηλαδή! Ούτε γυναίκα να με προσέξει, ούτε παιδιά, ούτε τίποτα. Δε βαριέσαι… Μα…είσαι καλά;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σ. συνειδητοποιεί ότι δεν είναι καλά. Και δεν είναι απλώς πρόφαση για να ξεφορτωθεί τον ανεπιθύμητο επισκέπτη.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Δε…δε νομίζω. Έχω ναυτία.»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Έτσι ξαφνικά;» Ο Λ. φαίνεται πραγματικά ανήσυχος. «Μήπως έφαγες κάτι που σε πείραξε;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Ναι, μάλλον. Πρέπει να πάω στο μέρος. Χάρηκα που σε είδα»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Θες να σε πάω εγώ; Θες να σε πάω σπίτι;»&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι, θα τα καταφέρω. Καλή επιτυχία με το βιβλίο».&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σ. προχωρά με γρήγορα βήματα προς το WC. Ανοίγει την πόρτα και σκύβει πάνω από τη λεκάνη, ακριβώς στην ώρα για ν’ αδειάσει τα σωθικά του. Τραβάει το καζανάκι και κάθεται για λίγη ώρα πάνω στο καπάκι της τουαλέτας, μέχρι να ηρεμήσει. Έπειτα βγαίνει από την καμπίνα και πηγαίνει στο νιπτήρα για να πλυθεί. Το πρόσωπό του είναι στεγνό.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Αυτή τη φορά, επιστρέφει στο σπίτι με τα πόδια. Να τον χτυπήσει λίγος αέρας. Ευτυχώς στην έξοδο από την τουαλέτα, δε συνάντησε ξανά τον Λ. Θα φορτώθηκε σε καναν άλλον.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανοίγει την πόρτα του σπιτιού και κρεμάει το πανωφόρι του στον καλόγερο. Κανείς δεν έρχεται να τον υποδεχτεί.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Η γυναίκα και τα δίδυμα είναι στην τραπεζαρία και τρώνε. Η εικόνα της οικογενειακής ευτυχίας. Η όμορφη ξανθή γυναίκα, η ίδια γυναίκα που ακόμα κι αυτός ο λιγδιάρης ο Λ. κορτάριζε πέντε χρόνια πριν. Κι όμως την κέρδισε ο Σ., στενός του φίλος τότε, αυτή τη γυναίκα με το απαράμιλλο γούστο, αυτή τη γυναίκα που ήξερε πώς να κάνει έναν άντρα ευτυχισμένο. Μαζί της έκανε δύο παιδιά που σε μερικές ημέρες θα πάνε νηπιαγωγείο. Μαζί της αγόρασε αυτό το δίπατο σπίτι, σε καθώς πρέπει συνοικία της πόλης. Μαζί της έζησε το θρίαμβο του δεύτερου μυθιστορήματός του, που του έφερε την αναγνώριση και εξασφάλισε και στους δυο τους μια άνετη διαβίωση.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Και μαζί της στερήθηκε την έμπνευση για δύο χρόνια τώρα. Στερήθηκε τον επόμενο εκδοτικό του θρίαμβο, ενώ ο ανταγωνιστής του διαπρέπει. Εκείνη και το γούστο της, εκείνη και η οικογενειακή τους ευτυχία.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Είσαι καλά;» τον ρωτά ανήσυχη. Όλοι σήμερα νοιάζονται για την υγεία του.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;«Όχι πολύ. Πάω να ξαπλώσω. Θα φάω αργότερα», απαντά ο Σ. αποφεύγοντας να την κοιτάξει.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ανεβαίνει τη σκάλα με σιγανά αποφασιστικά βήματα. «Ένα-δύο-τρία…» Στο δέκατο τρίτο σκαλοπάτι κείτεται ακόμα το πλαστικό παπάκι. Ένα κίτρινο, πλαστικό, ανυπεράσπιστο παπάκι.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;Ο Σ. σηκώνει το πόδι και πατάει το παιχνίδι με όλη του τη δύναμη. Το παπάκι βγάζει μια διαπεραστική στριγκλιά. Για φαντάσου! Σα να έφαγε μόλις μαχαιριά.&lt;br /&gt;&lt;br /&gt;&lt;/span&gt;&lt;/span&gt;&lt;div class="blogger-post-footer"&gt;&lt;img width='1' height='1' src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/31388697-1158560753568
